| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Εδώ Καλειδοσκόπιο - Τεύχος 193

Tου Μ. Γιαννόπουλου

Δημοσίευση: 20-03-2013 - Στήλη: ΝΕΟΛΑΙΑ - Φύλλο:193




Για το ρεμπέτικο

 

Η μουσική παράδοση ενός τόπου είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτισμική του ταυτότητα. Οι μουσικές είναι πολλές, ενώ οι μεταξύ τους συνδυασμοί διαρκώς παράγουν νέες. Αυτό άλλοτε γίνεται με διαπολιτισμικές ζυμώσεις και με το πέρασμα των αιώνων αφήνοντας τη σφραγίδα του χρόνου να τις επιβεβαιώσει ή να τις απορρίψει και άλλοτε με τη μορφή τολμηρών εγχειρημάτων. Με αφορμή, λοιπόν, την ελληνική συμμετοχή στο φετινό διαγωνισμό της Eurovision, το Καλειδοσκόπιο ερευνά την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Επιμέλεια: Μενέλαος Γιαννόπουλος

 


 

 

Όλοι το έχουμε ακουστά, οι περισσότεροι το γνωρίζουμε πάνω - κάτω, αλλά τι είναι, αλήθεια, αυτό που ονομάζουμε ρεμπέτικο τραγούδι; Όσο δύσκολο φαντάζει να προσδιορίσει κανείς την ετυμολογική ερμηνεία του όρου, άλλο τόσο είναι και να το ορίσει ως μουσικό είδος. Για το πρώτο ερώτημα, ακούμε τους μελετητές να κάνουν λόγο για προέλευση από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ = ανυπότακτος) μέχρι ακόμα και τη συγχορδία Ρε, πάνω στην οποία γράφονταν συχνότερα τα εν λόγω τραγούδια. Όσο για το δεύτερο, το ρεμπέτικο ήρθε να ονοματίσει ένα μουσικό είδος που δεν είχε τίτλο και μόνο περιγραφικά θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε. Πρόκειται για μουσικές που παραλάβαμε από την καθ’ ημάς Ανατολή, τη Μικρά Ασία, οι οποίες συνδυαζόμενες με τα δημοτικά, τα νησιώτικα και άλλες τάσεις που κυριαρχούσαν στην Ελλάδα, έδωσαν ένα αστικό λαϊκό τραγούδι, πρόδρομο του σημερινού λαϊκού τραγουδιού. Κάτω από τον όρο «ρεμπέτικο» έρχονται να ενταχθούν τα σμυρναίικα, τα πολίτικα, τα μουρμούρικα, τα σεβνταλήτικα και άλλα αδέσποτα τραγούδια που συναντάμε στον ελλαδικό χώρο ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. «Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδούν απλοί άνθρωποι» γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, από τους πρώτους συστηματικούς μελετητές του είδους. Το ρεμπέτικο αναπτύχθηκε κατά βάση στις πόλεις και ιδιαίτερα στα λιμάνια, όπως Σμύρνη, Πόλη, Σύρος, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς.
Μουσικά, είναι χτισμένο πάνω στους λεγόμενους «δρόμους» και όχι στις κλασικές κλίμακες, ενώ οι ηχητικές αποστάσεις που χρησιμοποιούνται περιλαμβάνουν συχνά μικρότερα διαστήματα από αυτά του ημιτονίου. Τα παραπάνω παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τους ήχους του βιολιού, του σαντουριού και της κιθάρας, ενώ αργότερα το μπουζούκι κυριαρχεί και δίνει στο ρεμπέτικο το άκουσμα με το οποίο είναι πλέον ευρέως γνωστό.

Οι κοινωνικές αναφορές στο ρεμπέτικο

Η θεματολογία στα ρεμπέτικα τραγούδια ποικίλλει. Κυρίαρχο ρόλο καταλαμβάνουν το ερωτικό στοιχείο, συνηθισμένο σε κάθε μουσικό είδος και συνηθέστερα συναντάμε τραγούδια από τον χώρο της μαγκιάς. Αυτά αναφέρονται στην παρανομία, τις φυλακές και τα ναρκωτικά, κοκαΐνη, ηρωίνη, χασίς, με έμφαση στη χρήση του τελευταίου, που συχνά συνδυάζεται με την εικόνα του παλιού ρεμπέτη. Παράλληλα, βλέπουμε και τραγούδια που αφορούν τον θάνατο, την ξενιτιά, τη φτώχεια, την πορνεία, τους καημούς των ανθρώπων της εποχής. Η αυθεντικότητα και ειλικρίνεια των θεμάτων του ρεμπέτικου συνέβαλαν στην εξάπλωσή του και καθιέρωσή του και τη μαζική του αποδοχή.
Παρ’ όλα αυτά, το ρεμπέτικο είχε και έντονα πολέμιους. Ευρωπαϊστές, διανοούμενοι των σαλονιών και λόγιοι ήταν καχύποπτοι καθώς φοβούνταν την επιστροφή σε μια μουσική που ήταν κατάλοιπο της μακροχρόνιας τουρκικής σκλαβιάς. Η πίστη πως το μέλλον της Ελλάδας βρίσκεται στα δυτικά, αυτόματα απέρριπτε οτιδήποτε ξένο προς αυτό. Παράλληλα, η θεματολογία του κατέτασσε τους ρεμπέτες σε αρκετά μυαλά στον υπόκοσμο και την αλητεία, απέχθεια που έφτασε στο σημείο της λογοκρισίας και μιας γενικότερης κοινωνικής απαξίωσης. Όλοι πια χαρακτήριζαν το ρεμπέτικο λούμπεν, ή αληταριό. Η εποχή της μεταξικής δικτατορίας ήταν ισχυρό πλήγμα για τη ρεμπέτικη μουσική, που περνά ένα διάστημα στον χώρο της παρανομίας, καθώς αρκετοί από τους δημιουργούς δεν κατάφεραν να ηχογραφήσουν ξανά μη ανεχόμενοι την αδικαιολόγητη απόρριψη.


Η πορεία του ρεμπέτικου στον χρόνο

Η πορεία του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι δαιδαλώδης, υπό την έννοια ότι, προϊόντος του χρόνου, σημαντικές αλλαγές έχουν σημειωθεί όχι μόνο στον ήχο του και στο ύφος του, μα και στα θέματά του, και στους ακροατές, θιασώτες και πολεμίους του, και στη θέση του στην καθημερινότητά μας.
Αφετηρία είναι τα λεγόμενα «Καφέ Αμάν» της Σμύρνης, τον 19ο αιώνα, δηλαδή καφενεία όπου τραγουδιόντουσαν οι «αμανέδες», ιδιαίτερης μελωδίας και τεχνοτροπίας τραγούδια βασισμένα σε φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, κυριαρχούν στο ρεμπέτικο τα ανατολίτικα ακούσματα και μουσικά όργανα, σάζι, σαντούρι, ούτι, κανονάκι, ενώ ακόλουθα «παντρεύονται» με τα μπουζούκια. Κυριότερος εκφραστής εμφανίζεται ο Μάρκος Βαμβακάρης. Κομβικό σημείο υπέρ του ρεμπέτικου στάθηκε η καταστροφή της Σμύρνης και η άφιξη πολλών προσφύγων, αρκετοί εκ των οποίων ήταν σπουδαίοι μουσικοί. Τα νέα ρεμπέτικα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή και διαδόθηκαν γρήγορα. Οι δυσμενείς κοινωνικές καταστάσεις που δημιούργησε η μεγάλη καταστροφή εμπλούτισαν τα ρεμπέτικα με νέα θεματολογία, ιδιαίτερα σχετική με την προσφυγιά. Τα καινούργια τραγούδια αντανακλούν την κατάσταση αυτή και ακούγονται παντού.
Στον ελλαδικό χώρο, το ρεμπέτικο δέχεται από την αρχή αποδοκιμασίες. Η δικτατορία του Μεταξά, αργότερα, κηρύσσει άγριο πόλεμο στη ρεμπέτικη μουσική, επιβάλλοντας λογοκρισία στους στίχους και άλλες απαγορεύσεις. Επιστρατεύεται ο μπαγλαμάς που είναι εύκολο να καλυφθεί και να μην εντοπιστεί σε ελέγχους της αστυνομίας. Παρ’ όλα αυτά, και με την αυξανόμενη αστικοποίηση, το ρεμπέτικο εξελίσσεται, αφού εκφράζει τη λαϊκή ψυχή, και απευθύνεται σε όλο και περισσότερο κόσμο, καθιστώντας τον ψόγο περί μουσικής των παραβατικών στοιχείων όλο και πιο άστοχο.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η μουσική δημιουργία συνεχίζεται παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα ηχογραφήσεων. Εμφανίζονται η Σωτηρία Μπέλλου καθώς και ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ξεκινά μια νέα περίοδος για τη ρεμπέτικη μουσική, τόσο σε τεχνικά μουσικά θέματα, όσο και στη θεματολογία του. Πρωτεργάτης στην πορεία αυτή είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ωστόσο, τα χρόνια αυτά το ρεμπέτικο δέχεται διμέτωπη επίθεση: αφ’ ενός με τη συντηρητική κρατική εξουσία, για λόγους που ήδη εκτίθενται, αφ’ ετέρου από το ΚΚΕ που κατακρίνει και μέμφεται όσους ακούν τέτοια μουσική ως «λούμπεν» και περιθωριακούς. Πρώτη φορά που το ρεμπέτικο υποστηρίζεται δημόσια, και ξεκινά σιγά – σιγά η απενοχοποίησή του είναι το 1949, με τη σχετική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι. Λίγο αργότερα, το ρεμπέτικο αναμειγνύεται με μελωδίες και ρυθμούς ξένους προς αυτό (ινδικούς, αραβικούς κ.λπ.) και διαμορφώνεται έτσι η λαϊκή μουσική της εποχής. Αναβίωση, τρόπον τινά του ρεμπέτικου παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όπως τα έργα του Νίκου Παπάζογλου, που επαναφέρει ακούσματα ξεχασμένα ή του Σταύρου Ξαρχάκου που ενορχηστρώνει εκ νέου, με θαυμαστή δεξιοτεχνία, παλαιότερες μελωδίες.

Είναι συχνά άξιο παρατήρησης το πώς συναφείς κοινωνικές παράμετροι εκφράζονται στις μουσικές διαφορετικών πολιτισμών, δημιουργώντας τραγούδια με παρόμοια θεματολογία. Έχουν οι ανθρώπινοι μηχανισμοί για την αυθόρμητη τραγουδοποιία καθολικά χαρακτηριστικά; Ας κοιτάξουμε παράλληλα Ρεμπέτικο και Μπλουζ - μια <<συνάντηση περιθωρίου>>

Δύο μουσικά είδη που γράφτηκαν απ’ τους «αλήτες» για τους «αλήτες» με στόχο να περιγράψουν τη ζωή στο περιθώριο, την πολύπαθη καθημερινότητα αλλά και την αξιοπρέπεια ενός γκέτο αληθινού, ζωντανού και ανθρώπινου. Ρεμπέτικο και αμερικάνικο Μπλουζ ακολουθούν παρόμοιες εκφραστικές οδούς και θεματολογία, το κάθε είδος με τις πολιτισμικές και χαρακτηρολογικές του διαφορές, συνθέτοντας έναν ολόκληρο κόσμο για τους μάγκες , τους παρανόμους, τους φτωχούς , τους απόκληρους και την εργατιά και αποτελώντας έτσι βασικό κομμάτι μιας μειονοτικής κουλτούρας. Και πράγματι το ρεμπέτικο μόνο με το αστικό Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης, του Σικάγο και του Χάρλεμ μπορεί να συγκριθεί , διαθέτοντας και τα δύο κοινούς επικοινωνιακούς κώδικες παρά τη γεωγραφική και πολιτισμική απόσταση. Ο παράνομος γλωσσικός υποκώδικας που αναφέρεται στη φυλακή, στο χασίς , στην αστυνομία και στις διαπροσωπικές σχέσεις , οι εκφραστικές περιγραφές της δυστυχίας και των «σεκλετιών» αλλά και η ακούραστη αντίσταση στην περιφρόνηση και την υποταγή είναι κάποια από τα κύρια σημεία σύγκλισης των δύο μουσικών ειδών. Ανατροφοδοτώντας τον περιθωριακό τους χαρακτήρα ήταν μουσικές από τις οποίες οι ανερχόμενες κοινωνικές τάξεις κράτησαν αποστάσεις ασφαλείας διαχωρίζοντας έτσι με σαφήνεια τη θέση τους από τις μειονοτικές ομάδες. Πέρα από την εκφραστική επινοητικότητα και τα κοινά «δημιουργικά εργαλεία» , ρεμπέτικο και μπλουζ λειτουργούν με παρόμοιο κώδικα ηθικής κυρίως αναφορικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη θέση της γυναίκας, η οποία παρουσιάζεται ως αυτόνομη, λεβέντισσα, αντικείμενο φλογερού πόθου που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο έγκλημα. Από τους μάγκες του Πειραιά μέχρι και τους «επαναστάτες» Αφροαμερικάνους, εκφραστές των δύο μουσικών ειδών, η πραγματική ζωή φανέρωνε τα πολλαπλά της πρόσωπα μόνο εντός του ξεχωριστού κόσμου που είχαν δομήσει στο περιθώριο της κοινωνίας αδιαφορώντας επιδεικτικά για την πραγματικότητα «έξω από τα σύνορα».

 

 


 

 

Έπαιξαν μπαγλαμά οι:
Μενέλαος Γιαννόπουλος
Φώτης Ηλιόπουλος
Θοδωρής Ηλιόπουλος
Δήμητρα Κάνδια




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!