| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Ο Καζαντζάκης πρόδρομος του Π.Ο.Φ.Π.Α.

Του ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΖΩΡΑ

Δημοσίευση: 20-01-2012 - Στήλη: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ - Φύλλο:181


 

Μεγάλη και πλούσια είναι η δραστηριότητα που αναπτύσσει ο Πολιτιστικός Όμιλος Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών ήδη από το 1923, όταν πρωτολειτούργησε, έχοντας ως πυρήνα του τον Φοιτητικό Θεατρικό Όμιλο. Όμως αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1906, ένας τελειόφοιτος της Νομικής θέλοντας να εκδηλώσει την αγάπη του για το θέατρο, αποφάσισε να συγγράψει ένα δραματικό έργο και να το υποβάλει για κρίση στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα του Πανεπιστημίου. Ο φοιτητής αυτός δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Καζαντζάκη και το έργο που υπέβαλε ήταν το ερωτικό δράμα Ξημερώνει. Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης, την ίδια εποχή που κρίθηκε με τον βαθμό Άριστα κατά τις πτυχιακές του εξετάσεις από τους καθηγητές της Νομικής (στις 16 Δεκεμβρίου 1906), δεν κρίθηκε άξιος βραβεύσεως για το θεατρικό του έργο από τρεις καθηγητές της Φιλοσοφικής (τους Σπυρίδωνα Λάμπρο, Νικόλαο Πολίτη και Σπυρίδωνα Σακελλαρόπουλο που αποτελούσαν τα μέλη της κριτικής Επιτροπής). Ο Καζαντζάκης θυμόταν αργότερα το γεγονός αυτό και το περιέγραφε ως εξής: «δεν ξέρω γιατί άναψε μια μέρα το αίμα μου κι έγραψα ένα φλογερό ερωτικό δράμα, όλο μελαγχολία και πάθος. Τό λεγα Ξημερώνει. Θαρρούσα, μαθές, πως έφερνα στον κόσμο ηθικότερη ηθική και πιο μεγάλη ελευτερία. Καινούριο φως. Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου [εννοεί τον Σπυρίδωνα Λάμπρο], που ήταν ο ελλανοδίκης, σοβαρός, καλοξουρισμένος, με αψηλό κολάρο, βρήκε πως απ όλα πού χαν υποβληθεί αυτό ήταν το καλύτερο· μα τρόμαξε και καυτηρίασε τις τολμηρές φράσες του και τον αχαλίνωτο ερωτισμό. Δίνουμε στον ποιητή, είπε συμπεραίνοντας, το δάφνινο στεφάνι, μα «αποπέμπομεν αυτόν εκ του σεμνού τούτου τεμένους». Ήμουν εκεί, στην επίσημη αίθουσα του Πανεπιστημίου, αμούστακος, αξέβγαλτος φοιτητάκος κι άκουγα κοκκίνισα ώς τ αυτιά, σηκώθηκα, αφήκα απάνω στο τραπέζι του ελλανοδίκη το δάφνινο στεφάνι κι έφυγα».


Ωστόσο ο Καζαντζάκης, πεισμωμένος, τον επόμενο κιόλας χρόνο, υποβάλλει πάλι στον διαγωνισμό του Πανεπιστημίου δύο θεατρικά, το Φασγά και το Έως πότε; τα οποία όμως δεν βραβεύθηκαν ούτε κι αυτά. Συγκεκριμένα, το πρώτο αποκλείσθηκε από τα μέλη της κριτικής Επιτροπής, γιατί ένα μέρος της τρίτης πράξεως «εδημοσιεύθη ενυπογράφως εν τω περιοδικώ συγγράμματι Πινακοθήκη του μηνός Νοεμβρίου 1907». Το Έως πότε; επαινέθηκε απλώς. Αλλα ό,τι δεν κατάφερε ο Καζαντζάκης στον Παντελίδειο Διαγωνισμό του 1907 και του 1908, το κατόρθωσε στον Λασσάνειο του 1910, αποσπώντας τότε το βραβείο με το έργο του Η Θυσία (γνωστότερο με τον τίτλο Πρωτομάστορας). Και είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η κριτική Επιτροπή απαρτιζόταν από τα ίδια μέλη που τις προηγούμενες φορές είχαν στερήσει από τον Καζαντζάκη το βραβείο. H Επιτροπή μάλιστα επαίνεσε τη ρέουσα δημοτική γλώσσα του δράματος, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για εκείνη την εποχή, και το αντιπαρέβαλε με το πρότυπό του, το δημοτικό τραγούδι Του Γεφυριού της Άρτας. Βέβαια οι εισηγητές δεν παρέλειψαν να τονίσουν κάποια, κατά τη γνώμη τους, ελαττώματα του έργου, επισημαίνοντας πως «κυριώτατον αυτού ελάττωμα είναι ότι εγράφη εις πεζόν λόγον. Το εντελώς φανταστικόν τούτο δημιούργημα έπρεπεν εξ άπαντος να έχη και την μορφήν ποιητικήν, έμμετρον. Ο πεζός λόγος είναι παντελώς ανάρμοστος εις έργον, το οποίον ίσως είχεν ανάγκην και υπό μουσικής να υποβαστάζηται». Ωστόσο, καταληκτικά οι εισηγητές εξήραν την αξία του έργου: «Λαβών ως βάσιν του δράματός του ο ποιητής το Γεφύρι της Άρτας, ένα εκ των αδαμάντων της δημοτικής ημών Μούσης, ηκολούθησε μεν αυτό τυπικώς και εξωτερικώς μετά πολλής τέχνης και μετά πολλής ποιητικής εμπνεύσεως, αλλ ηλλοίωσε τον χαρακτήρα αυτού τον εσωτερικόν. Το Γεφύρι βάσιν έχει την πρόληψιν εκείνην καθ ην παντός οιουδήποτε κτίσματος πρέπει να στοιχειωθώσι τα θεμέλια, και όσον δυσκολωτέρα είναι (η γέφυρα είναι δύσκολος ένεκα του ορμητικού ρεύματος του ποταμού) η θεμελίωσις, τόσον πολυτιμότερον πρέπει να είναι το θύμα. Έπειτα δε διαλάμπει εν τω τέλει του ποιήματος και εξαίρεται η αδελφική αγάπη, αίσθημα γνησιώτατα ελληνικόν». Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι τα παραπάνω σχόλια έχουν προσυπογραφεί και από τον Νικόλαο Πολίτη, τον κράτιστο γνώστη της λαϊκής μούσας μας. Έτσι, τελικά ο Καζαντζάκης κατάφερε να λάβει το βραβείο των 1000 δραχμών, για το έργο του αυτό που τότε δημοσιεύθηκε αποσπασματικά στα Παναθήναια και παράλληλα εκδόθηκε ολόκληρο σε τευχίδιο. Αξίζει να τονισθεί ότι το δράμα είλκυσε το ενδιαφέρον του Μανώλη Καλομοίρη που μετά λίγα χρόνια το διασκεύασε σε λιμπρέτο όπερας και το μελοποίησε.




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!