| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Η Ιταλική: μία «κομμένη» γλώσσα;

Της D. Minniti-Γκώνια

Δημοσίευση: 01-11-2012 - Στήλη: ΑΠΟΨΕΙΣ - Φύλλο:189




Oι προσπάθειες να εισαχθεί η Ιταλική γλώσσα στο δημόσιο σχολείο άρχισαν εδώ και αρκετά χρόνια, με πρωτοστάτη πάντα το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Ωστόσο, μόλις το 2005-2006, συντάχθηκε και εγκρίθηκε το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών του Γυμνασίου (Τσοπάνογλου 2005), με το οποίο έγινε η έναρξη της διδασκαλίας του σχετικού μαθήματος ως δεύτερης επιλεγόμενης Ξένης Γλώσσας. Ότι η διδασκαλία της Ιταλικής Γλώσσας ήταν, τότε τουλάχιστο, στις προτεραιότητες του Υπουργείου, επιβεβαιώνεται από την άμεση σύγκληση, υπό την ευθύνη της γράφουσας, της Επιστημονικής Επιτροπής που ενέκρινε τα διδακτικά εγχειρίδια. Ήδη, το 2002, είχαν εκπονηθεί μελέτες για τη διεξαγωγή της Διδακτικής Πρακτικής των επί πτυχίω φοιτητών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου μας και είχαν εξεταστεί πρωτόκολλα για την επιμόρφωση των πτυχιούχων. Έτσι, ύστερα από τριετή περίοδο πειραματικής εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος (2005-2008), με τη διαπίστωση του υψηλού αριθμού γυμνασιοπαίδων που επέλεγαν τα Ιταλικά, και χάρη στην ευνοϊκή συγκυρία της περαιτέρω σύσφιξης των οικονομικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, το Υπουργείο, κάνοντας δεκτή πρόταση του Π. Ι., αποφάσισε να επεκτείνει τη διδασκαλία των Ιταλικών και στις τρεις τάξεις του Λυκείου. Το σχετικό Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (Μήτσης, Καγκά & Minniti 2008) συντάχθηκε το Πάσχα για να τεθεί σε άμεση εφαρμογή από την αρχή του σχολικού έτους 2008-2009, όπως και έγινε. Δυστυχώς, τον Ιανουάριο του 2011, η Ιταλική καταργήθηκε από τις γλώσσες επιλογής των μαθητών. Οι νέες οδηγίες, μεταξύ των οποίων το Ενιαίο Πρόγραμμα Σπουδών των Ξένων Γλωσσών (ΕΠΣ-ΞΓ), φαίνεται να συνεπάγονταν στην πράξη τη μη επιβίωση των «ασθενέστερων» γλωσσών στο Νέο Σχολείο, το οποίο ευαγγελίζεται και προωθεί το υπουργείο μας.

Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, η οποία, όπως όλοι μαθαίνουμε, κατέστη απαραίτητη από τις ανάγκες εξυγίανσης του δημόσιου βίου της Χώρας, έρχεται ωστόσο σε προφανή αντίθεση με τη γλωσσική πολιτική, την οποία κατά κανόνα πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι λοιπόν σε αυτή την κατεύθυνση που όλοι οι Ιταλιστές, φοιτητές και διδάσκοντες, φορείς και ινστιτούτα, θα πρέπει να κινηθούμε, ξεκαθαρίζοντας κατ’αρχήν την έννοια της πολυγλωσσίας, ως πολυμορφίας και συνύπαρξης περισσότερων γλωσσών, η οποία δεν αρκεί πλέον να εννοείται μόνο στο ίδιο άτομο, αλλά και στο ίδιο περιβάλλον και την ευρύτερη κοινωνία. Ως εκ τούτου, στην πολυγλωσσία, την οποία εύκολα οι πάντες υποστηρίζουμε, θα χρειαστεί να συμπεριλάβουμε, επί ίσοις όροις, τόσο τις ευρωπαϊκές γλώσσες (όλες) όσο και τις «γλωσσικές μειονότητες» – δηλαδή τις γλώσσες των μεταναστών, οι οποίοι επίσης δικαιούνται να διδάσκονται τη γλώσσα τους στο σχολείο – καθώς επίσης τις «μειονοτικές γλώσσες», αυτές δηλαδή των αλλόγλωσσων ομοεθνών. Στη συνέχεια, να τοποθετηθεί η πολυγλωσσία στο ευρύτατο και σύγχρονο πλαίσιο μάθησης/διδασκαλίας που είναι η διά βίου εκπαίδευση, της οποίας βασικοί άξονες είναι αφενός το lifelong language learning, το δυνατότερο σημείο του Σχεδίου Δράσης 2004-2006 της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Promoting language development and cultural diversity) και αφετέρου το lifewide language learning, η δυνατότητα δηλαδή να μαθαίνουμε νέες γλώσσες οποτεδήποτε παρουσιαστεί μία τέτοια ανάγκη. Μόνο σε αυτήν τη διευρυμένη και πολύπλευρη προοπτική, θα έχει πραγματικό νόημα να μιλούμε υπέρ της πολυγλωσσίας και να διεκδικήσουμε το δικαίωμα της εκμάθησης περισσότερων γλωσσών στο σχολείο, τουλάχιστο 2 πέραν της μητρικής, όπως προβλέπεται στο 1 + 2 Languages Plan, το οποίο συζητήθηκε στη Συνδιάσκεψη της Βαρκελώνης το 2002 και εντέλει υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης με το Un nouveau cadre stratégique pour le multilinguisme, 2005.

Οι παραπάνω ευρωπαϊκές αρχές δεν αποτελούν βεβαίως πρόσφατες κατακτήσεις• είναι μάλιστα το «μανιφέστο» των Ιταλών γλωσσολόγων ήδη από τη δεκαετία του ’70, όταν ο Tullio De Mauro σε σύμπραξη με την Ομάδα Μελέτης και Παρέμβα- σης για τη Γλωσσική Εκπαίδευση (GISCEL), όριζε το ιδανικό της Γλωσσικής Εκπαίδευσης ως της Εκπαιδευτικής Γλωσσολογίας, συνδέοντάς την άμεσα με την πολυγλωσσία και αναγνωρίζοντάς την, στα χνάρια του Γκράμσι και του ιερέα don Lorenzo Milani (του «δασκάλου του λαού»), ως βασική συνθήκη για την ανάπτυξη της δημοκρατικής συνείδησης στο παιδί και τον εκπαιδευόμενο εν γένει. Η μητρική και οι ξένες γλώσσες τοποθετούνται σε ένα πλαίσιο πολιτισμικής ολοκλήρωσης –που προβλεπόταν ήδη στις Δέκα Θέσεις για μία Δημοκρατική Γλωσσική Εκπαίδευση, η οποία έγινε δεκτή στη συνέχεια στα Προγράμματα για το Γυμνάσιο στην Ιταλία– και σήμερα αποτελεί τον βασικό άξονα της γλωσσικής αγωγής. Έπειτα, η ανάγκη για μία πολύγλωσση εκπαίδευση οριστικοποιήθηκε σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (Lavinio 1997) για να πάρει σάρκα και οστά στα Κοινοτικά έγγραφα που προαναφέρθηκαν, κυρίως στη Λευκή Βίβλο του 1995, στο Πλαίσιο Αναφοράς Γλωσσών και στον πρόσφατο Οδηγό για τη γλωσσική εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη (Guide for the Development of Language Education Policies in Europe: From Linguistic Diversity to Plurilingual Education, Beacco, Byram & aliis, 2011). Η όποια παρέμβαση, λοιπόν, με στόχο την υποστήριξη της Ιταλικής γλώσσας στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση, εφόσον δεν εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή παράδοση και δεν τοποθετείται σε μία προοπτική αυθεντικά ευρωπαϊκή, κινδυνεύει να παραμείνει μονόπλευρη και αν μη τι άλλο für ewig. Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που ασφαλώς εμπιστεύεται τις ευρωπαϊκές αρχές της γλωσσικής και πολιτισμικής ολοκλήρωσης και αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε. Δεν μένει παρά να ευελπιστούμε ότι η περίοδος δυσκολίας θα είναι παροδική.

Ήδη τον Φεβρουάριο του 2012, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση δύο αποφάσεων, με τις οποίες επαναφέρει την επιλογή της Ιταλικής, μεταξύ άλλων γλωσσών, ως της β΄ διδασκόμενης ξένης γλώσσας. Έτσι, με την υπ’αρ. 14302/Γ2/09-02-2012 Υπουργική Απόφαση («Διδασκαλία β΄ ξένης γλώσσας στο Γυμνάσιο»), οι μαθητές θα επιλέγουν την Ιταλική ως «παράλληλη διδασκαλία» με άλλες γλώσσες, ενώ με την υπ’αρ. 32239/Γ2/23-2-2012 Υπουργική Απόφαση («Διδασκαλία ξένων γλωσσών στο Γενικό Λύκειο»), η επιλογή είναι ελεύθερη για όλες τις τάξεις, ακόμη και στην περίπτωση που ο μαθητής δεν έχει επιλέξει την ίδια γλώσσα κατά τα προηγούμενα έτη. Αναμένουμε λοιπόν την εφαρμογή στην πράξη των αποφάσεων αυτών, ευελπιστώντας ότι σύντομα η Ιταλική θα επανενταχθεί πλήρως, όπως της αξίζει, στα σχολικά προγράμΜατα.


*Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!