| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Η επινόηση της ετερότητας και οι παγίδες της

Του Κ. Τσουκαλά

Δημοσίευση: 19-02-2011 - Στήλη: ΑΠΟΨΕΙΣ - Φύλλο:171




Η αίσθηση, συγκροτημένη ή χαώδης, της ταυτότητας του υποκειμένου είναι διιστορική. Έρχεται από μακριά και «από μέσα». Αλλά η αίσθηση αυτή δεν προδικάζει το νόημά της.

 

Αυτό εκφράζεται με λέξεις, γεννιέται από την ιστορία και εξελίσσεται μέσα στις συγκεκριμένες κοινωνίες. Έτσι, είναι εντελώς αξιοσημείωτο ότι μέχρι πρόσφατα το ζήτημα της ταυτότητας  απασχολούσε σχεδόν αποκλειστικά τον φιλοσοφικό στοχασμό. Για τον καθημερινό λόγο παρέμενε αυτονόητο. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα «ποιος» και «τι» είναι ο κάθε άνθρωπος, τι σημαίνουν οι ταυτότητες και τι «συνεπάγεται» η διαφορά του καθένα από τους άλλους δεν είχαν πολιτικές και ιδεολογικές συνδηλώσεις. Όντας διακριτός από τους άλλους, ο κάθε άνθρωπος αρκούνταν στο να ακολουθεί τη δική του μοίρα.

 

Με την «εισβολή» του προβληματισμού γύρω από το «δικαίωμα στη διαφορά», την εμμονή στην «πολιτιστική αυτοδιάθεση» και την πιεστική ανάδυση των αιτημάτων για αναγνώριση, τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Στο εξής, ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζεται απλώς ως «εκ φύσεως» διακριτός από τους συνανθρώπους του. Προικίζεται επί πλέον με το  πρωτόγνωρο ατομικό «δικαίωμα» στην αυτοδιαφοροποίηση. Η ετερότητα αναδεικνύεται σε μείζον ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα. Και αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά.

 

Τα ερωτήματα που θα θέσω σχετίζονται  με μερικά από τα αίτια αυτής της ιδεολογικής καινοτομίας στη σημερινή συγκυρία, στο πλαίσιο του οικουμενικά πλέον ανταγωνιστικού και παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Με την ακαριαία μεταβίβαση πληροφοριών, γνώσεων και κεφαλαίων, την κατάρρευση των οικονομικών και ιδεολογικών συνόρων και την αποσάθρωση της συμβολικής πρωτοκαθεδρίας των εθνικών-κρατικών κοινωνιών, ο κόσμος που κάποτε γνωρίζαμε δεν υπάρχει πια. Η εμβέλεια των φαντασιακών κοινοτήτων γύρω από τις οποίες συγκροτούνταν οι ομοιογενείς συλλογικές ταυτότητες βρίσκεται σε προϊούσα αποδρομή. Τα «Εμείς» που μας ακολουθούν από τη γέννηση μέχρι το θάνατο δεν λειτουργούν ως σταθερές μήτρες αυτογνωσίας.

 

Υπό τους όρους αυτούς, το ζήτημα της σχέσης του εαυτού και του άλλου, του ατόμου και της κοινωνίας, του μέρους και του Όλου θα τεθεί σε νέες βάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ανακατανομή πόρων και εισοδημάτων υποχωρούν, το «κοινωνικό ζήτημα» εξαφανίζεται από το πολίτικο λεξιλόγιο, οι άτυπες μορφές κοινωνικής αμοιβαιότητας αποδυναμώνονται και η σημασία των συμβολικών ανταλλαγών υποχωρεί. Το κάθε άτομο χωριστά αντιμετωπίζεται πλέον ως αποκλειστικά αρμόδιο για τον προγραμματισμό και την επίτευξη της επιβίωσης, της επιτυχίας και της προκοπής του. Μόνος και αυτεξούσιος, αλλά αβοήθητος, ο καθένας αποφασίζει και δρα αυτόνομα και υπεύθυνα με μόνο γνώμονα τη μεγιστοποίηση των ατομικών του προοπτικών. Όποιος δεν τα καταφέρει θα θεωρηθεί άξιος της μοίρας του. Οι αποκλεισμένοι, οι μη απασχολήσιμοι, οι αποτυχημένοι και οι άτυχοι δεν έχουν να μέμφονται παρά μόνον την ανικανότητα και την απρονοησία τους. Οι κοινωνίες δεν χρειάζεται πια να εμφανίζονται συνεκτικές ή αλληλέγγυες.

 

Έτσι όμως, ανακύπτει ένα νέο ζήτημα. Απογυμνωμένοι από τα παραδοσιακά συμβολικά τους άσυλα, οι ανθρώποι αισθάνονται ολοένα και πιο ανήμποροι να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες και την ενδημική αβεβαιότητα. Είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι τόσο για την επιτυχία τους, οσο και τη συντριβή τους. Οι όροι της κοινωνικής συνύπαρξης κλονίζονται λοιπόν συθέμελα. Ποτέ άλλοτε το τίμημα της ελευθερίας δεν ήταν τόσο βαρύ.
Εδώ ακριβώς, πιστεύω, πρέπει να αναζητηθούν οι ρίζες της τρέχουσας μετατόπισης των όρων πρόσληψης του Εμείς. Η μοναχική αγωνία των σωρευόμενων «θυμάτων» του αδυσώπητου ανταγωνισμού θα αντιμετωπισθεί μέσα από νέες ιδέες και νέες εκλογικευτικές διεξόδους. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η ανάδυση του δικαιώματος στη διαφορά προτάσσεται σαν αντιστάθμισμα στην προϊούσα απομείωση της λειτουργίας του δεδομένου συνεκτικού Όλου. Αποδεσμευμένος από την αυτονόητη εθνική συλλογική του ταυτότητα, ο άνθρωπος καλείται να κατασκευάσει ελεύθερα τις φαντασιακές του ταυτίσεις, να δημιουργήσει τις δικές του ομάδες αναφοράς, και να πλέξει ο ίδιος τον μίτο που θα του επιτρέψει να αναζητήσει την έξοδο από τον λαβύρινθο, μόνος και δίχως να ζητάει τίποτα από κανέναν.

 

Η τομή σε σχέση και με το πρόσφατο ακόμα παρελθόν είναι λοιπόν αποφασιστική. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες λέξεις που είχαν σφραγίσει τον νεωτερικό ευρωπαϊκό πολιτισμό δίνουν τη θέση τους σε εργαλειακά υποκατάστατα. Στη θέση των κοινών αξιών που προσέδιδαν στις συλλογικές οντότητες την οικουμενική συμβολική τους αύρα προβάλλεται το ατομικά επιτεύξιμο, ωφέλιμο και μετρήσιμο. Όπως έλεγε η Μάργκαρετ Θάτσερ, δεν υπάρχει πια κοινωνία, αλλά μόνον άτομα. Οι ολισθήσεις των σημασιών είναι εύγλωττες. Η ιδέα της προόδου θα ταυτισθεί με την οικονομική ανάπτυξη, η ιδέα της ελευθερίας θα επικεντρωθεί στο δικαίωμα στην αυτοδιαφοροποίηση, η ιδέα της ισότητας θα συνοψισθεί στην ισότητα ευκαιριών και η ιδέα της δικαιοσύνης θα μετουσιωθεί σε διαδικαστική ακριβοδικία. Όσον αφορά δε την τρίτη συνιστώσα του μεγαλειώδους ηθικού προστάγματος του Διαφωτισμού, την αλληλέγγυα «αδελφότητα», αυτή θα εξαφανισθεί εντελώς από το κοινωνικοπολιτικό λεξιλόγιο.

 

Υπό τους όρους αυτούς, τα ειδοποιητικά νεωτερικά μελήματα για «κοινωνική συνοχή» και «αξιακή αρμονία» εμφανίζονται εν πολλοίς αναχρονιστικά, ίσως μάλιστα και περιττά. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε τις υφέρπουσες σκοπιμότητες. Επανονομάζοντας τα πράγματα, τις αξίες και τις προτεραιότητες, οι εξουσίες υπηρετούν πάντα τους ανομολόγητους στόχους τους. Από τη στιγμή που τα ελεύθερα άτομα δεν εθίζονται στην ιδέα ότι οφείλουν να ζουν μαζί και από κοινού με τους άλλους, ανοίγει ο δρόμος για νέα πρότυπα συμπεριφοράς και νέους αξιακούς αυτοματισμούς. Όλα συμβαίνουν ως εάν το εξ υποθέσεως ανολοκλήρωτο πρόσταγμα του Διαφωτισμού διαλύεται στα εξ ων συνετέθη.

 

Οι αποκλεισμένοι, οι μη απασχολήσιμοι, οι αποτυχημένοι και οι άτυχοι δεν έχουν να μέμφονται παρά μόνον την ανικανότητα και την απρονοησία τους. Οι κοινωνίες δεν χρειάζεται πια να εμφανίζονται συνεκτικές ή αλληλέγγυες


Στο σημείο ακριβώς αυτό αναδύεται, πιστεύω, ο αμφίσημος χαρακτήρας της άνευ ορών προώθησης των ατομικών δικαιωμάτων στη διαφορά, στην αναγνώριση και στην πολιτιστική αυτοδιάθεση. Εκ πρώτης βέβαια όψεως, ως εξέλιξη μιας πάντα ανολοκλήρωτης ανθρωπινής χειραφέτησης, η προβολή αυτών των αιτημάτων δεν μπορεί παρά να είναι ευπρόσδεκτη. Κάνεις βέβαια δεν μπορεί να αντιτίθεται στη διεύρυνση των πεδίων της ελευθερίας του ανθρώπου. Από τη στιγμή όμως που απισχναίνονται τα θεμελιώδη προτάγματα της γενικής κοινωνικής αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας χάριν επιλεκτικών και μερικών μορφών ταύτισης, συσσωμάτωσης και αυτοπραγμάτωσης, το οικουμενικό χειραφετητικό σχέδιο τίθεται υπό αίρεσιν. Ακόμα και αν δεν το επιδιώκει, η προβολή των «ανθρωπολογικών διαφοροποιήσεων» και των ελεύθερα δομούμενων συλλογικών ταυτοτήτων συνεπάγεται την άμβλυνση των ουνιβερσαλιστικών αρχών πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε ο δυτικός πολιτισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι, τις περισσότερες φορές, τα ατομικά δικαιώματα στη διαφορά και στην πολιτιστική αυτοδιάθεση προτάσσονται κατά προτεραιότητα η ακόμα και ανεξάρτητα από το «γενικό συμφέρον». Είναι γεγονός ότι τουλάχιστον επί του παρόντος, η καταξίωση της ατομικής ετερότητας δεν ενισχύει την αμοιβαιότητα αλλά την αποδυναμώνει.

 

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι αυτό είναι ιστορικά αναπότρεπτο. Τα ατομικά δικαιώματα στη διαφορά και στην πολιτιστική αυτοδιάθεση δεν αντιτίθενται λογικά στη συλλογική δημοκρατική αυτοθέσπιση. Όμως, από τη στιγμή που οι νέες αυτές ιδέες δεν δείχνουν να συμβαδίζουν με τα αιτήματα για τη βελτίωση της κοινής μοίρας όλων και αυτονομούνται από το αίτημα της γενικής κοινωνικής προόδου, συνοχής και αμοιβαιότητας, δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί για τις αντικειμενικές πολιτικές προεκτάσεις τους. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ζηλωτών της, η άνευ όρων ελευθερία τού αυτοδιαφοροποιείσθαι τείνει πλέον να ταυτίζεται με την παραδοχή μιας δίχως όρια κανονιστικής εξατομίκευσης. Η πολιτικοποίηση της ετερότητας εμφανίζεται  ομόρροπη με την απο-πολιτικοποίηση της κοινότητας και της κοινωνίας.

 

Ο κίνδυνος που σοβεί είναι λοιπόν τεράστιος. Μια κοινωνία όπου ασκώντας το δικαίωμα στη διαφορά όλοι μπορούν να δρουν ως άνευ όρων έτεροι, δεν χρειάζεται να λειτουργεί ούτε ως ενιαία ούτε ως συνεκτική ούτε ως αλληλέγγυα. Αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι η υφέρπουσα δυναμική της νέας τάξης πραγμάτων. Η συνταγή δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρη. Πάντα οι εξουσίες αποκρύπτουν τις προθέσεις τους πίσω από ευγενείς και αδιάβλητες  ιδέες, επιτρέποντας στην ιστορία να υλοποιεί την εγγενή  πανουργία της με τον πιο ανέξοδο τρόπο. Δίχως καν να γίνεται αντιληπτό, το ευγενές πρόταγμα της

 


* Άρθρο του Κ. Τσουκαλά ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!