| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Μη εφαρμόσιμες οι αντισυνταγματικές διατάξεις του νέου νόμου

Του Κώστα Χ. Χρυσόγονου

Δημοσίευση: 12-10-2011 - Στήλη: ΑΠΟΨΕΙΣ - Φύλλο:178


Στις 30.08.2011 ψηφίσθηκε ο νόμος 4009/2011 που φέρει ως τίτλο «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» (δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 6.9.2011,ΦΕΚ Α195) ο οποίος επιφέρει πλήθος μεταβολών στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, χωρίς ωστόσο η μεταρρύθμιση αυτή να επιτυγχάνεται σε συμφωνία με το Σύνταγμα. Τουλάχιστον εικοσιτρείς (23) επιμέρους διατάξεις ή και δέσμες ολόκληρες διατάξεων του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία παραβιάζουν εμφανώς τόσο το άρθρο 16 του ισχύοντος Συντάγματος όσο και άλλες κατά περίπτωση, διατάξεις του Συντάγματος ή και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι παραβιάσεις αυτές μάλιστα είναι τέτοιας έκτασης και βαρύτητας ώστε να μπορεί να γίνει λόγος ακόμα και για αναίρεση της λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ως πλήρως αυτοδιοικούμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για έμμεση κατάργηση της ιδιότητας των καθηγητών τους ως δημοσίων λειτουργών καθώς και για καίριο πλήγμα σε βάρος της ακαδημαϊκής ελευθερίας με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Η πεμπτουσία του νόμου είναι η μετάβαση από ένα μοντέλο οργάνωσης με κυρίαρχοτο δημοκρατικό-συμμετοχικό στοιχείο σε ένα εντελώς διαφορετικό,με ευδιάκριτα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά, στο όνομα της «ποιότητας» και της «διεθνοποίησης».

 

Ωστόσο, το γεγονός ότι ο νόμος με την ψήφισή του από τη Βουλή και τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει αποκτήσει ισχύ δεν σημαίνει ότι πλέον οι διοικήσεις των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οφείλουν να εφαρμόσουν διατάξεις στις οποίες έχουν εντοπιστεί προβλήματα αντισυνταγματικότητας. Το Σύνταγμα είναι ο δεσμευτικός θεμελιώδης νόμος του κράτους και δεν παρέχει απλώς κατευθυντήριες γραμμές και απλές εντολές αλλά δημιουργεί υποχρέωση τήρησής του και δεσμεύοντας πάντες. Έτσι, υφίσταται υποχρέωση για σεβασμό και τήρησή του από όλα αδιακρίτως τα κρατικά όργανα, δικαστικά, νομοθετικά, αλλά και διοικητικά. Βέβαια, σε επίπεδο διοίκησης ο έλεγχος της συνταγματικότητας δεν μπορεί να ασκείται διάχυτα και γενικευμένα, καθώς η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων στερείται νομικών γνώσεων καθώς επίσης και λόγω της ιεραρχικής εξάρτησης των δημοσίων υπαλλήλων. Αντιθέτως, έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων που καλούνται να εφαρμόσουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους δύνανται και δικαιούνται να ασκούν τα διοικητικά όργανα που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση και έχουν στη διάθεσή τους υπηρεσίες νομικής υποστήριξης και συμβουλής (όπως είναι π.χ. οι υπουργοί, τα ανώτατα όργανα αυτοδιοικούμενων ν.π.δ.δ. και οι ανεξάρτητες αρχές). Περαιτέρω, και τα λοιπά όργανα της διοίκησης δικαιούνται να προβούν σε έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων που καλούνται να εφαρμόσουν, εάν οι σχετικές διατάξεις είναι προδήλως αντίθετες προς σαφείς συνταγματικές διατάξεις.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση». Όπως είναι προφανές, η διάταξη αυτή του Συντάγματος εγγυάται και την πλήρη αυτοδιοίκηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η αυτοδιοίκηση αποτελεί άλλωστε και την ειδοποιό διαφορά του κατά την έννοια του άρθρου 16 του Συντάγματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος από άλλα, ισότιμα μεν προς τα λοιπά, ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του κράτους, όπου όμως δεν εφαρμόζεται η αρχή της ακαδημαϊκής
ελευθερίας, όπως είναι οι παραγωγικές σχολές των ενόπλων δυνάμεων. Η αυτοδιοίκηση σημαίνει ότι αυτά διαχειρίζονται με αυτοτέλεια και με δικά του, το καθένα, όργανα τις υποθέσεις τους, μέσα στο πλαίσιο των γενικών και αφηρημένων ρυθμίσεων που θεσπίζονται με τυπικό νόμο ή κανονιστική πράξη. Η πλήρης αυτή αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. έχει περαιτέρω διφυή υπόσταση. Αφενός πρόκειται για ατομικό δικαίωμα, αφού αποτελεί τη φυσική προέκταση της κατά την παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος ακαδημαϊκής ελευθερίας. Είναι προφανές ότι η τελευταία θα διέτρεχε αυξημένους κινδύνους, αν τα πανεπιστήμια εντάσσονταν άμεσα στον κρατικό μηχανισμό, όπως συμβαίνει με τα δημοτικά σχολεία ή τα γυμνάσια και λύκεια. Αφετέρου όμως πρόκειται και για θεσμική εγγύηση, αφού το αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο καθιερώνεται ως θεσμός κυρίως για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της ανάπτυξης και προαγωγής της επιστήμης και της εξύψωσης της παιδείας, που αποτελεί «υποχρέωση» και μάλιστα «βασική αποστολή» του κράτους. Εξάλλου, σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία μπορεί να ασκηθεί ατομικά από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, η άσκηση της πλήρους αυτοδιοίκησης προϋποθέτει τη συλλογική, εξ αδιαιρέτου συμμετοχή των μελών αυτών.

 

Η τελική κρίση για την αντισυνταγματικότητα ή μη των οικείων διατάξεων του νόμου 4009/2011 καθώς και των κανονιστικών πράξεων που θα ακολουθήσουν εναπόκειται τελικά στα αρμόδια δικαστήρια, και ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τα οποία μπορούν να ελέγξουν και τη νομιμότητα των σχετικών πράξεων των ακαδημαϊκών οργάνων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όταν τα ακαδημαϊκά όργανα της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης, δηλαδή η Σύγκλητος, οι γενικές συνελεύσεις και πρωτίστως ο πρύτανης ως εγγυητής της νομιμότητας στο πανεπιστήμιο κληθούν να εφαρμόσουν το νέο νόμο έχουν τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου της συνταγματικότητάς του, διότι αυτά αφενός δεν τελούν σε ιεραρχική εξάρτηση από άλλο όργανο, ενώ η μεταξύ τους σχέση οριοθετείται μόνον ως σχέση κατανομής αρμοδιοτήτων, και αφετέρου συγκροτούνται αποκλειστικά ή κατά πλειοψηφία από δημόσιους λειτουργούς που διαθέτουν εγγυήσεις λειτουργικής
και προσωπικής ανεξαρτησίας συγκρίσιμες με εκείνες των δικαστικών λειτουργών. Εξάλλου αναφορικά με το περιεχόμενο ορισμένων διατάξεων του νόμου 4009/2011 εντοπίζεται πρόδηλη αντισυνταγματικότητα συνιστάμενη συγκεκριμένα στη με πολλούς τρόπους παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης πλήρους αυτοδιοίκησης ούτως ώστε τα ακαδημαϊκά όργανα και πάλι δύνανται να προβούν σε έλεγχο συνταγματικότητας.
Κατά συνέπεια, τα όργανα της ακαδημαϊκής αυτοδιοίκησης και πρωτίστως ο πρύτανης έχουν δικαίωμα να προβούν σε έλεγχο της συνταγματικότητας των διατάξεων της πανεπιστημιακής νομοθεσίας που θα κληθούν, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, να εφαρμόσουν και, σε περίπτωση που διαπιστώσουν αντισυνταγματικότητα, να αφήσουν ανεφάρμοστη τη διάταξη. Εννοείται ότι η τελική κρίση για την αντισυνταγματικότητα ή μη των οικείων διατάξεων του νόμου 4009/2011 καθώς και των κανονιστικών πράξεων που θα ακολουθήσουν εναπόκειται τελικά στα αρμόδια δικαστήρια, και ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τα οποία μπορούν να ελέγξουν και τη νομιμότητα των σχετικών πράξεων των ακαδημαϊκών οργάνων. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η διενέργεια ελέγχου συνταγματικότητας από ακαδημαϊκά όργανα και η μη εφαρμογή των διατάξεων που κριθούν αντισυνταγματικές δεν ελέγχεται πειθαρχικά, καθόσον, ακόμη και αν αποδειχθεί εσφαλμένη, η σχετική κρίση γίνεται κατ’ ενάσκηση θεμελιώδους νόμιμης υποχρέωσης των πανεπιστημιακών οργάνων, που συνίστανται στην τήρηση της νομιμότητας και την αποχή από παράνομες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι με ευρεία έννοια παράνομες πράξεις, δηλαδή όσες ερείδονται σε αντισυνταγματική διάταξη νόμου.

 

Ο κ. Κώστας Χ. Χρυσόγονος είναι καθηγητής Νομικής του Α.Π.Θ.




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!