| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Μην φοβηθείτε, παλέψτε! Κώστας Καλυβιώτης, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και της ζωής

Δημοσίευση: 04-07-2013 - Στήλη: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ - Φύλλο:197




Συνέντευξη στον Καθηγητή Ηλία Νικολακόπουλο και τη Σοφία Καναούτη


 

Πώς γίνεται κανείς επιτυχημένος επιχειρηματίας ξεκινώντας στα 36 του μετά από εξορία, παρόλο που όλα, όλα του εναντιώνονται; Με την υποστήριξη άξιων φίλων, μιας συζύγου που εκτιμά, και με πείσμα. Ο κ. Κώστας Καλυβιώτης, με γραφεία στο Παρίσι επί είκοσι χρόνια, σήμερα με την κρίση έχει έξι μαγαζιά στην Ελλάδα, και άλλα δώδεκα franchise, και απασχολεί πάνω από ογδόντα άτομα. Αυτά που δεν βρίσκονται ποτέ σε κρίση είναι η θέλησή του, και τα πιστεύω του.

 

 

Ήμουν μπασμένος γερά μέσα στα πράγματα, αυτό που λέγεται Εθνική Αντίσταση. Ήμουν από τους δημιουργούς της ΕΠΟΝ. Ήμουν κομμουνιστής, αλλά δεν έγινα ποτέ μέλος του κόμματος. Γιατί ο πατέρας μου μου είπε μέλος του κόμματος δεν θα γίνεις ποτέ. Ήμουν όμως μάχιμος. Δεν πήγα καθόλου σχολειό. Είμαι αυτοδίδακτος. Πέρασα από δέκα επαγγέλματα, δέκα σχολές. Κι αν μου πεις να περιγράψω την ψυχολογία του κουρέα, του τυπογράφου, του φαρμακοποιού, του χειρούργου, του μεσαίου εμπόρου και τα λοιπά, μπορώ να την περιγράψω πάρα πολύ καλά.

 


Ξεκίνησα από τη Θεσσαλονίκη, όταν οι Θεσσαλονικείς ζούσαν με τα χαρούπια της Κρήτης. 1929 με 30 ήμουνα οχτώ χρονών. Οι καπνεργάτες ήταν η βασική πλούσια εργατική δύναμη της Ελλάδος. Κάθε Σάββατο παίρναν τα λεφτά σε λίρες. Αλλά τότε άρχισε η κρίση την Παρασκευή, και το Σάββατο δεν είχαν οι περισσότεροι να φάνε. Κι εμείς δεν είχαμε να φάμε. Πήγα σε ένα φίλο του πατέρα μου που τον λέγανε Κλεάνθη – κύριε Κλεάνθη, θείε μου του λέω. Θα μου δώσεις δεκαπέντε δραχμές; Λέει τί να τις κάνεις Κωστάκη; Υπήρχε στου Φλόκα τότε, ένα κουτί τετράγωνο με κάτι σοκολατάκια. Το αγόρασα μία δεκάρα και είκοσι λεφτά, και του λέω θα πάρω αυτό, και πήρα αυτό το κουτί με τις σοκολάτες και γύριζα και φώναζα σοκολάτες και το πούλησα με δυο δεκάρες το ένα. Και πήγα στον Κλεάνθη κι έδωσα τα λεφτά. Θυμάμαι τότε με την πείνα, φέρναν οι Κρητικοί τα χαρούπια. Έχω απίθανα βιώματα από εκείνη την εποχή. Μετά πώς αναγκαστήκαμε να φύγουμε στη Λάρισα, και πώς έφτασα να γίνω αγωνιστής. Και έγινα αγωνιστής, και γερός αγωνιστής.

Ο πατέρας σας γιατί σας είπε να μην γίνετε μέλος του κόμματος;
Το είπα στον Φλωράκη. Του λέω κοίταξε, σύντροφο δεν θα σε πω ποτέ, θα σε πω συναγωνιστή. Γιατί αν θα γίνω μέλος του κόμματος θα με έχεις υπό τας διαταγάς σου.

Πείτε μου για την εξορία.
Για την εξορία; Τί να σου πω, ήταν το δράμα το μεγάλο η εξορία. Ένα βιβλίο ολόκληρο. Βγαίνω το ’56 απ’ τη φυλακή, ύστερα από δέκα χρόνια φυλακές και εξορία. Και δεν ήρθε κανείς στο καράβι. Φεύγοντας από τον ΄Αη στράτη ήρθε η κομματική οργάνωση να μου δώσει λεφτά. Λέω μακριά. Αλλά έχω ένα ωραίο περιστατικό. Γνώρισα πάνω στο καράβι ένα πάμπλουτο από την Αλεξάνδρεια. Έχω τη φωτογραφία που μου έβγαλε. Και φτάνω στον Πειραιά. Και μου λέει ο Αλεξανδρινός « - Με συγχωρείτε κύριε, επειδή βγαίνετε από φυλακή, θα μου επιτρέψετε να σας δώσω λίγα λεφτά». Αλλά εγώ δεν τα πήρα, κι ας μην είχα μία δεκάρα. Και δεν ήρθε κανείς συγγενής να με πάρει απ’ τον Πειραιά κάτω, ούτε αδέρφια ούτε τίποτα. Και κατεβήκαμε και καθόμουνα, έτυχε στα μπαγκάζια. Ξαφνικά βλέπω ένα ζευγάρι παπούτσια, ήταν το 1956 τα άσπρα με τα μαύρα, ένα ζευγάρι τέτοιο, και σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τον Αλεξανδρινό, μου πετάει ένα φάκελο και φεύγει. Και βλέπω την ωραία του γυναίκα στο βάθος να με χαιρετάει. Κι είχε πεντακόσιες δραχμές μέσα. Καταλαβαίνεις τριανταέξι χρονών έβαλα τα κλάματα εγώ. Το άνοιξα. Πήγα δούλεψα εδώ κι εκεί και μετά ξεκίνησα αυτή τη δουλειά. Την ξεκίνησα το ’56 τον Δεκέμβριο μήνα. Έπρεπε να αρχίσω μια δουλειά απ’ το μηδέν. Αλλά στόχευσα ψηλά. Γι’ αυτό λέω, σε μια δουλειά, ή θα την ακολουθείς σωστά, ή δεν κάνεις τίποτα. Ερασιτεχνικά δεν κάνεις τίποτα. Αν γίνεις δημοσιογράφος πρέπει να πονέσεις για να γράψεις σωστά. Συγγραφέας το ίδιο. Και να μην αντιγράφεις. Να κάνεις κάτι καινούργιο.
Εμένα η τύχη μου είναι ότι γνώρισα την ωραιότερη γυναίκα της Ελλάδος. Με φοβερό χαρακτήρα, και έπεσα πάνω σ’ αυτή. Δεν λογάριασε ποτέ τα χρήματα. Κάθε μέρα δίνω εξετάσεις στην οικογένειά μου.

Με την κρίση, ένας Καλυβιώτης τί συμβουλή μπορεί να δώσει στους νεότερους;
Να μη φοβηθούν αυτήν την εποχή. Να βρει ο καθένας την αιτία που γέννησε αυτή την κρίση. Και να φροντίσει ο καθένας να μην φοβηθεί, να πάει να παλέψει
σκληρά. Εν ανάγκη να καθαρίσει ένα δρόμο να πάρει δέκα ευρώ για οχτώ ώρες δουλειά, να πάρει ψωμί. Το μεγάλο έγκλημα ξέρετε ποιο ήταν στην Ελλάδα; Το είπε ένας υπουργός στον Κων/νο Καραμανλή: Δεν είμαστε για βαριά βιομηχανία. Έχουμε τρία πράγματα που πρέπει να τα προσέξουμε. Πρώτον, αγροτική οικονομία. Δεύτερο, την Ιστορία μας, και τρίτον τον τουρισμό, τη θάλασσά μας. Κανένα δεν προσέχουνε σήμερα. Λοιπόν, και ξεκινάω αυτή τη δουλειά. Αλλά είπα, θα γίνω νούμερο ένα. Έβαλα έναν τορβά στην πλάτη, έβαλα πέντε πράγματα - να σκεφτείς είχα ένα φίλο, μεγαλέμπορα, γνωστό μου. Είπε να με πάρει υπάλληλο – με έβαλε μια μέρα πίσω απ’ τον πάγκο και μου λέει «–Βρε Κώστα μου σ’ αγαπάω, αλλά είσαι σαν πεινασμένη βυζαντινή αγιογραφία…» Πραγματικά δηλαδή ήμουνα χάλια, αδύνατος, χάλια… με ένα παλτό που μας είχαν στείλει … αλλά λέω θα κερδίσω και κέρδισα.

Εσείς γραμμένος στο ΚΚΕ δεν ήσαστε. Γιατί σας πιάσανε; Ως τί;
Στέλεχος της ΕΠΟΝ. Μεγάλο στέλεχος της ΕΠΟΝ. Κοίταξε εδώ, κομμουνιστής ήμουν. Αν μου λέγανε να αποκηρύξω το κομμουνιστικό κόμμα, δεν ήμουνα μέλος, αλλά πίστευα σ’ αυτό.

Έπρεπε δηλαδή να βάλετε υπογραφή να το αποκηρύξετε;
Ε βέβαια.

Κι άμα τη βάζατε την υπογραφή σάς αφήνανε…
Ναι.

Αλλά δεν τη βάλατε.
Μα για μια υπογραφή ξέρετε πόσοι άνθρωποι πεθάνανε; Δεν μπορείς να το ξέρεις…

Τι έγινε και σας αφήσανε το ’56;
Η μάνα μου πήγε και βρήκε έναν βουλευτή τότε. Κι η μάνα μου ξεχασμένη, γύριζε από χωριό σε χωριό, δούλευε για να ζήσει. Και του λέει: ρε συ, δεν θα κάνεις τίποτα για το γιο μου; και πήγε στο υπουργείο και μου δώσαν άδεια. Και μια μέρα εκεί που καθόμουν στον Άη Στράτη, φωνάζουνε. Είχαμε έναν τελάλη, τον Μπάμπη. «Ο Κώστας Καλυβιώτης να πάει εις την αστυνομία, τον θέλουν…» τότε η αγωνία ολωνών μας ήταν αν σε πηγαίναν στην αστυνομία, ή ήταν για κάτι καλό, ή ήταν πολύ επικίνδυνο. Τις περισσότερες φορές τί γινόταν: Σε κρατούσαν στην εξορία ή στη φυλακή και ξαφνικά, πιάναν κάποιον σε μια υπόθεση σοβαρή. Και τον βάζαν να πει, σ’ αυτή την υπόθεση ήταν κι ο τάδε… ψέματα. Και σε φέρναν από την εξορία για να σε δικάσουν… Κι εγώ λέω τί να με θέλουν τώρα… έξι χρόνια εξορία κανένας δεν μου έγραψε. Με ξεχάσαν όλοι.

Μήπως δεν τα δίνανε τα γράμματα;

Τα δίναν τα γράμματα. Πώς δεν τα δίναν τα γράμματα.

 

Επίτηδες, για να νομίζεις ότι σε ξεχνάνε.

Όχι τα δίνανε. Και επισκέπτες επιτρέπανε. Γιατί πήγαινε η γυναίκα του να δει κάποιον και του έλεγε «-Ρε Βασίλη, τί κάθεσαι εδώ, να πεθάνουμε εμείς;» Άλλοι κάναν δήλωση και βγαίνανε. Άλλοι δεν κάναν δήλωση. Άλλοι αυτοκτονούσαν. Ξέρεις πόσοι αυτοκτόνησαν; Ξέρετε ήταν η ιδεολογία. Αυτή η ιδεολογία σε κάνει να σκληραίνεις, γιατί δεν ήταν μόνο η ιδεολογία για το κομμουνιστικό κόμμα. Γιατί συμμετείχες στην Εθνική Αντίσταση. Είχε ανακατευτεί το ιδεολογικό πιστεύω, με το πιστεύω για την πατρίδα. Και ερχόταν ένας συνεργάτης των Γερμανών και σου έλεγε «Έλα δω ρε!» Οπότε εσύ πείσμωνες…




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!