| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Θόδωρος Παπαγιάννης, Ομότιμος Καθηγητής Α.Σ.Κ.Τ., γλύπτης

Της Σoφίας Καναούτη

Δημοσίευση: 04-06-2013 - Στήλη: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ - Φύλλο:196




Ο Θόδωρος Παπαγιάννης είναι Ομότιμος Καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, και από τους σημαντικότερους γλύπτες της γενιάς του. Έργα του είναι ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Κεντρική Πλατεία Ιωαννίνων, η προτομή του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, από τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην Αθήνα, στην Πλατεία Φιλικής Εταιρείας στο Κολωνάκι, η προτομή του Γεωργίου Σεφέρη στην Αθήνα, στον πεζόδρομο Ζαλοκώστα, και άλλα. Πρόσφατες παρουσιάσεις του έργου του με μεγάλη απήχηση συμπεριλαμβάνουν την έκθεση «Τα Φαντάσματά μου» στο Μουσείο Μπενάκη, και «Άρτος» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

Πείτε μας για την πορεία σας. Τι σας ώθησε να θέλετε να γίνετε γλύπτης; Ποιες ήταν οι αρχικές καταβολές σας;
Δεν επέλεξα εγώ τη γλυπτική αλλά εκείνη εμένα! Το λέω αυτό γιατί άρχισα να σκαλίζω πέτρες από πολύ μικρός, χωρίς καλά-καλά να ξέρω τι σημαίνει γλυπτική. Σε μια φωτογραφία του καταλόγου της έκθεσης «Το Ψωμί» είμαι 12 χρονών με τα πέτρινα κεφάλια δίπλα μου. Ο πρώτος που είδε αυτά τα κεφάλια ήταν ο Παύλος Βρέλλης που ήταν δάσκαλός μου στα τεχνικά στη Ζωσιμαία σχολή, όταν πήγα Γυμνάσιο. Αυτός πρώτος μου μίλησε για τη γλυπτική και γενικά για την τέχνη.

Υπήρξε κάποιος μέντορας στη νεανική σας ηλικία, και αν ναι, τι θαυμάζατε σε αυτόν; Πώς σας στήριξε στην πορεία σας ως καλλιτέχνη και ως μαθητή; Τι θεωρούσε σημαντικό;
Μέντοράς μου πραγματικός ήταν ο Γιάννης Παππάς στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών πρώτος και αποφοίτησα πρώτος. Συνδέθηκα με τον δάσκαλο, δούλεψα στο προσωπικό του εργαστήριο, εκμεταλλεύτηκα τη σπουδαία βιβλιοθήκη που είχε κληρονομήσει από τον παππού του, τον λόγιο και γιατρό Φωτιάδη από την Πόλη. Γνώρισα στο περιβάλλον του πολλές προσωπικότητες, και μας έφερνε και στη Σχολή, τον Χορν, τον Παπανούτσο, τον Τερζάκη, τον Φωκά και πολλούς άλλους. Με τον δάσκαλο ταξιδέψαμε πολύ, μας μίλησε για τις σχέσεις του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Καζαντζάκη, τον Σικελιανό, τους δασκάλους του στο Παρίσι. Μας μετέφραζε και μας διάβαζε κείμενα μεγάλων καλλιτεχνών και συγγραφέων.

Πώς ήταν τα χρόνια σας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών; Τι σας είλκυσε στη διδασκαλία; Τι είδους σχέση είχατε με τους φοιτητές σας;
Εκείνα τα χρόνια, ειδικά εμείς που ερχόμαστε απ’ την επαρχία, ερχόμασταν αποφασισμένοι να ακούσουμε ένα δάσκαλο. Δουλεύαμε πολύ. Από το πρωί έως τα μεσάνυχτα ήμαστε στη Σχολή, κυρίως στο εργαστήριο, το μεσημέρι θεωρητικά μαθήματα, το απόγευμα βοηθητικό εργαστήριο και το βράδυ σχέδιο. Η Σχολή ήταν η ζωή μας. Βέβαια τρέχαμε στις εκθέσεις, επιλέγαμε τις εκδηλώσεις, κινηματογραφική λέσχη, θέατρο μα προπαντός διαλέξεις. Δεν μπορώ να κρίνω τον εαυτό μου σαν δάσκαλο, μπορώ όμως να πω ότι η διδασκαλία μού άρεσε. Η διδασκαλία σε μια Σχολή Τέχνης δεν γίνεται από την έδρα αλλά στο εργαστήριο με τα υλικά. Βεβαίως υπήρχαν και ώρες που έπρεπε να μιλήσεις και θεωρητικά, να φέρεις παραδείγματα, να κάνεις προβολές. Η δική μου μέθοδος ήταν διαφορετική από του
δασκάλου μου γιατί πολλά από τα δεδομένα στην τέχνη είχαν αλλάξει. Ήταν μια σειρά από ασκήσεις, διαφορετικές πολλές φορές για κάθε έτος, ομαδικές δουλειές με μια θεωρητική υποστήριξη. Προσπαθούσα η κάθε άσκηση να ανοίξει ένα δρόμο, να θίξει ένα σημαντικό ζήτημα στην τέχνη με σκοπό να καταστήσει στο τέλος τον σπουδαστή αυτοδύναμο. Εκμεταλλεύτηκα τα προγράμματα Erasmus και ανέπτυξα τις σχέσεις με διαρκείς ανταλλαγές με μερικές Σχολές χωρών της Ευρώπης, με τη Σχολή του Βερολίνου, τη Brera του Μιλάνου και τη Σχολή της Μπολόνια. Δημιουργούσαμε συχνά workshops με ομάδες σπουδαστών και τους αντίστοιχους δασκάλους, δουλεύαμε ένα θέμα μαζί. Το βράδυ δείχναμε τις δουλειές μας και μιλούσαμε γι’ αυτές. Μετά τις εκθέταμε. Αυτό τα 20 τελευταία χρόνια. Η σχέση μου με τους σπουδαστές μου ήταν καλές. Θα έλεγα ότι η διδασκαλία, η επαφή με τους νέους ήταν ζωογόνα και για μένα, ήταν ένα πάρε- δώσε γιατί και ο δάσκαλος μαθαίνει από τους σπουδαστές του. Στις Σχολές Τέχνης είμαστε λίγοι και η δουλειά στο εργαστήριο μας βοηθά να αναπτύξουμε προσωπικές σχέσεις. Ο δάσκαλος ενός εργαστηρίου πρέπει να αντιμετωπίσει τον κάθε σπουδαστή με ιδιαίτερο τρόπο, να τον βοηθήσει σε αυτό που πραγματικά του ταιριάζει.

Η τελευταία έκθεσή σας, «Το Ψωμί», έκλεισε με μεγάλη επιτυχία και σας προσέγγισαν και από άλλες χώρες για να την παρουσιάσετε. Ποιο είναι για σας το νόημα του ψωμιού; Ποια ιδιαίτερη σημασία έχει μια τέτοια έκθεση για τη σημερινή συγκυρία της κρίσης, που προσεγγίζει καλλιτεχνικά την τροφή μας; Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη και του έργου τέχνης σε καιρούς δύσκολους;
Το ψωμί είναι το σύμβολο της επιβίωσης. Για μας τους Ηπειρώτες έχει και ιδιαίτερη σημασία. Φανταστείτε ότι ο όρκος που δίναμε μικροί ήταν «Μα το ψωμί». Δηλαδή αν δεν με πιστεύεις να στερηθώ το ψωμί. Άλλωστε, το ψωμί ονοματίζει και το «Πάτερ Ημών» όταν λέει «τον άρτον ημών τον επιούσιον δώσ’ ημίν σήμερον». Από το Έπος του Γκιλγκαμές ώς τον Ησίοδο και τόσους άλλους, το ψωμί είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Η σχέση μου είναι παλιά, ασχολούμαι πολλά χρόνια με το ψωμί σαν μια έννοια βασική για τη ζωή μας, σαν κάτι που προκαλεί δέος σ’ όσους αγωνίζονται καθημερινά να το αποκτήσουν. Έτυχε βέβαια οι εκθέσεις μου αυτές που έγιναν πέρυσι, τόσο στο Μπενάκη όσο και στο Βυζαντινό, να συμπέσουν με τη βαθιά κρίση που βιώνουμε και αυτό τις κατέστησε επίκαιρες. Μου έκανε εντύπωση η ανταπόκριση του κόσμου και η αντίδρασή του. Άκουσα καταπληκτικά σχόλια. Υπήρξαν θεατές που είδαν σ’ αυτές διαστάσεις που εγώ δεν σκέφτηκα. Ήθελα πάντως οι εκθέσεις μου αυτές να είναι πολυδιάστατες, δηλαδή να έχουν πολλαπλές αναγνώσεις. Όσο για το ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σε δύσκολους καιρούς θα έλεγα ότι είναι ο ίδιος όπως και στους εύκολους. Να κάνει καλά τη δουλειά του, να προσπαθεί να αφουγκραστεί την κοινωνία, να έχει τις κεραίες του τεντωμένες, να δίνει το μάξιμουμ της προσπάθειάς του. Να λέει όχι στην ελάχιστη προσπάθεια, όχι στις εύκολες λύσεις που μας έχει παρασυνηθίσει η τέχνη τα τελευταία χρόνια.

Ένα άλλο σήμα κατατεθέν της πιο πρόσφατης δουλειάς σας είναι τα πήλινα αγαλματίδια. Γιατί διαλέξατε τον πηλό; Ποια είναι η σχέση του καλλιτέχνη με το υποκείμενο ή το αντικείμενο που απεικονίζει στη δουλειά του; Τι σημαίνουν για σας αυτές οι φιγούρες;
Τα πήλινα αγαλματίδια, αυτό το πλήθος που σχημάτισα στην έκθεσή μου στο Βυζαντινό Μουσείο, ήταν μια εγκατάσταση που θέλησε να εκφράσει μια μεγάλη πορεία. Τη βασανιστική πορεία της ανθρωπότητας για την επιβίωση, όπως γράφω σε κάποιο κείμενό μου. Η πορεία αυτή πλαισιώνεται από τις μεγάλες υπερφυσικές φιγούρες. Αν οι μικρές είναι ο λαός, οι μεγάλες είναι οι θεϊκές , οι υπερβατικές, οι προστατευτικές, οι άρχοντες, οι αρχηγοί. Δεν το είδαν βέβαια όλοι έτσι, δεν έχει όμως τόση σημασία. Μια έκθεση υπακούει και στους δικούς της αισθητικούς κανόνες και αυτούς πρέπει να υπηρετεί, και ο κάθε θεατής ας δώσει τη δική του ερμηνεία. Ο πηλός είναι ένα υλικό που λατρεύω να δημιουργώ μ’ αυτό το πανάρχαιο υλικό της τέχνης μια έγχρωμη γλυπτική. Θέλω να τιμήσω ένα υλικό που μας έφερε τον πολιτισμό από τα βάθη των αιώνων. Χαίρομαι που καταπιάνομαι μ’ αυτόν. Με διασκεδάζει, είναι το παιχνίδι μου, το απολαμβάνω.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Φέτος οι εκθέσεις μου εκτός από την Αθήνα παρουσιάστηκαν στα Γιάννενα και τη Θεσσαλονίκη όπου γιορτάζονταν τα 100 χρόνια από την Απελευθέρωση. Η έκθεση στο Τελόγλειο Θεσσαλονίκης τελειώνει στις 2 Ιουνίου. Στα μελλοντικά μου σχέδια είναι οι εκθέσεις αυτές να παρουσιαστούν και σε κάποια άλλα κέντρα της Ευρώπης, όπως το Βερολίνο, οι Βρυξέλλες, η Βενετία κ.τ.λ.




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!