| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Νέος Πρόεδρος του ΣτΕ ο κ. Κ. Μενουδάκος

Της Σoφίας Καναούτη

Δημοσίευση: 02-10-2012 - Στήλη: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ - Φύλλο:188




Συνέντευξη στη Σοφία Καναούτη

Ποια νομίζετε ότι είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα στη λειτουργία του κράτους από πλευράς νομιμότητας;

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η πολυνομοθεσία. Η πολλαπλή νομοθέτηση οδηγεί και σε αβεβαιότητες ως προς το τι ισχύει κάθε φορά, η αβεβαιότητα οδηγεί και σε δίκες, οι πολλές δίκες οδηγούν σε καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων. Επομένως οι υποθέσεις που είχαν σοβαρότερο λόγο να φτάσουν σε ένα δικαστήριο χάνονται μέσα στις άλλες. Ψηφίζονται νέοι νόμοι χωρίς να γίνεται και επαρκής αξιολόγηση εκ των προτέρων, κατά πρόβλεψη βέβαια, των συνεπειών που θα έχει η εφαρμογή του νέου νόμου. Κάτι που πολλές φορές οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.

 

Αυτό είναι κάτι που το έχετε δει από την αρχή της καριέρας σας;

Ναι, από την αρχή. Από όταν έγινα εισηγητής, από το 1972. Αλλά επιτείνεται προς το χειρότερο από αυτή την άποψη. Επίσης, πολλές φορές είναι ασαφής η νομοθεσία. Και σε αυτά προστίθενται αδυναμίες της διοίκησης στην εφαρμογή του νόμου. Αδυναμίες της διοίκησης που οφείλονται σε τρεις παράγοντες: πρώτον εσκεμμένη κακή εφαρμογή του νόμου – δεν ξέρω αν είναι η συνηθέστερη περίπτωση – κι έπειτα περιπτώσεις όπου δεν εφαρμόζεται ο νόμος σωστά λόγω κακής ενημέρωσης των αρμοδίων υπαλλήλων, και κακής εκπαίδευσης, και μειωμένης ικανότητας… Παράγοντα όμως αποτελεί και το γεγονός ότι πολλές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, παρά το ότι υπάρχει η αντίθετη αντίληψη. Παρά το ότι υπάρχει η αντίληψη ότι ο δημόσιος τομέας είναι υπερπληθωρικός και έχουμε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, αυτό είναι αλήθεια για κάποιες μόνο υπηρεσίες. Και κυρίως για τις δημόσιες επιχειρήσεις, και όχι για τις υπό στενή έννοια δημόσιες υπηρεσίες.


Πώς μπορεί να βοηθήσει σε αυτά τα προβλήματα η δικαστική εξουσία;
Η δικαστική εξουσία, ή δικαστική λειτουργία, όπως λένε κάποιοι, είναι μία από τις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες του κράτους, αλλά είναι μία εξουσία «υποταγμένη», εντός εισαγωγικών, στον νόμο. Δηλαδή δεν μπορεί να νομοθετήσει πρωτοτύπως. Από την άλλη μεριά βέβαια, όταν έρχεται να εφαρμοστεί ένας συγκεκριμένος νόμος σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, πολύ σπάνια η λύση είναι δεδομένη. Επομένως ο δικαστής δεν κάνει μια μηχανική δουλειά – δεν είναι ότι διαβάζει τον νόμο, και τον εφαρμόζει αυτόματα με κλειστά μάτια, τυφλά. Πολλές φορές πρέπει να τον ερμηνεύσει, διότι ο νόμος δεν μπορεί να τα προβλέψει όλα.

 

Εν καιρώ κρίσης φαίνονται τα προβλήματα δικαίου να γίνονται πιο έντονα, γιατί έχουμε την αίσθηση ότι τα ατομικά συμφέροντα, σε κάποιες μεμονωμένες βέβαια περιπτώσεις, υπερέβησαν όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να το πληροφορούμαστε, το κοινό συμφέρον.

Όσο επικρατεί η λογική της οικονομίας και της κοινωνίας της αγοράς, τόσο υποχωρούν οι δυνατότητες παρεμβάσεως του κράτους. Στις περιπτώσεις όπου το κράτος με όλες του τις μορφές, κυρίως του νομοθέτη, γιατί αυτός είναι πάνω απ όλα, αλλά και της διοίκησης, ασκούσε λογικά τις εξουσίες του, δηλαδή και με γνώμονα το κοινό συμφέρον, είναι κακό να υποχωρούν οι δυνατότητες της παρεμβάσεως. Είναι ένα φαινόμενο που δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα, γενικότερα επικρατεί μια τέτοια λογική.
Στην Ελλάδα όμως νομίζω επικρατεί σε πιο ακραίες μορφές. Από εκεί που είχαμε, στην δεκαετία του ’80, υιοθετήσει τη λογική ότι ό,τι είναι κρατικό και όποια κρατικοποίηση είναι καλό πράγμα – ό,τι έφευγε δηλαδή από τον ιδιώτη και πήγαινε στο κράτος εξυπηρετούσε το κοινό καλό, το κοινό συμφέρον, τώρα φοβάμαι ότι έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο, όπου ό,τι αποκρατικοποιείται, ακόμη κι αν είναι υπηρεσίες κοινωνικές, θεωρείται ότι είναι για το καλό. Δεν ξέρω αν αυτά τα δύο άκρα δεν θα έπρεπε να συναντηθούν κάπου στη μέση.

 

Αυτός ο τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο, την κοινωνία μας, μέσα από τα μάτια της αγοράς, φαίνεται να μας έφερε σε αυτή την κατάσταση. Και θεσμούς όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως το Πανεπιστήμιο, που στάθηκαν πέρα από τον κυνισμό και την απιστία που κυριαρχεί πλέον στον πολιτικό κόσμο, νομίζω πρέπει να τους προστατεύσουμε.
Η δουλειά του δικαστή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, διότι από τη μια μεριά δεν μπορεί να δείχνει μια υπερδραστηριότητα, να δίνει λύσεις, να βγάζει γνώμες και να εκδίδει αποφάσεις σε θέματα που δεν του πέφτει λόγος. Γιατί πράγματι ο δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική, ούτε οικονομική ούτε κοινωνική. Δεν μπορεί να ξεπερνάει τα όρια που ο θεσμικός του ρόλος τού δίνει – διότι έτσι θα πηγαίναμε σε κράτος δικαστών. Από την άλλη μεριά όμως δεν μπορεί να απεκδυθεί και αυτό που πάλι ο θεσμικός του ρόλος του έχει αναθέσει να εκτελέσει, την απονομή δικαιοσύνης. Όταν έρθει ένας πολίτης και του ζητά, σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ένα δικαίωμα, θα σταθμίσει βεβαίως όλα αυτά τα δεδομένα, ακόμη και την οικονομική κρίση. Αλλά δεν μπορεί να πει ότι επειδή είμαστε σε οικονομική κρίση, επειδή οπωσδήποτε πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα να περισωθεί η οικονομία μας, εξ ορισμού απορρίπτεται η όποια διεκδίκηση του πολίτη.




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!