| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Το έργο που λοιδορείται από πολιτικούς αναγνωρίζεται διεθνώς - Διεθνής σεβασμός για τα Ελληνικά Α.Ε.Ι.

Δημοσίευση: 03-05-2012 - Στήλη: ΦΑΚΕΛΟΣ - Φύλλο:185


Κατά τη διάρκεια αυτής της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η εμπιστοσύνη του κοινού σε πολιτικούς και δημοσιογράφους κλονίστηκε όπως ποτέ πριν. Οι πολιτικοί στράφηκαν σε επικοινωνιακές τακτικές: η πιο αποτελεσματική από αυτές ήταν ο ισχυρισμός ότι όλοι φταίμε, σε μια προσπάθεια να εξισωθούν οι άδικοι με τους δίκαιους και η γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης να κρύψει βαριές ευθύνες.

 

Ποινικές περιπτώσεις διογκώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για να αποδυναμώσουν την αξιοπιστία ολόκληρου του Πανεπιστημίου, για να έρθει μετά ένας νόμος που ‘διορθώνει’ την ανεξαρτησία του, θέτοντάς το υπό την επίβλεψη της εξουσίας – του κυβερνώντος κόμματος. Στην ίδια μάχη εντυπώσεων χρησιμοποιήθηκαν κατατάξεις που έδειχναν ότι το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι σε δεινή θέση σε σχέση με μεγάλα ιδρύματα του εξωτερικού. Κι όμως, σε ένα τοπίο όπου ιδιωτικά Μ.Μ.Ε. ομολογούν ότι είναι επιχειρήσεις πρώτα και κύρια (και άρα έχουν πρώτο στόχο το κέρδος;), και πολιτικοί άνδρες με μακρά πορεία διώκονται από τη δικαιοσύνη για βαρύτατες ευθύνες, οικονομικές και ηθικές, το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο αποδεικνύεται ότι ακόμα και υπό το κράτος των ‘αμείλικτων’ αριθμών είναι από τα καλύτερα του κόσμου.

 

Έρευνα Ισπανών ερευνητών, που εξετάζει 20.300 Πανεπιστημιακά Ιδρύματα από όλο τον κόσμο, κατατάσσει πέντε ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια στο 3% των καλύτερων. Μελέτη του Διαπανεπιστημιακού Δικτύου Πολιτικών Ανώτατης Εκπαίδευσης από το Πανεπιστήμιο Πατρών παρουσιάζει αλλά και ερμηνεύει την έρευνα των Ισπανών ερευνητών. Κριτήρια για τη συγκεκριμένη κατάταξη είναι οι δημοσιεύσεις των ιδρυμάτων, καθώς και το κατά πόσο αυτές οι δημοσιεύσεις είναι ορατές (visibility) από τη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα και γίνεται λόγος γι’ αυτές στο διαδίκτυο και σε άλλες δημοσιεύσεις.

 

Έτσι λοιπόν τα πέντε (5) πανεπιστήμια Α.Π.Θ., Πατρών, Ε.Κ.Π.Α., Ε.Μ.Π., και Κρήτης βρίσκονται στο καλύτερο 3% της παγκόσμιας κατάταξης. Μάλιστα, το Α.Π.Θ. βρίσκεται στο καλύτερο 1%. Άλλα τρία (3) πανεπιστήμια (Ιωαννίνων, Αιγαίου και Δημοκρίτειο) βρίσκονται στο καλύτερο 5% της παγκόσμιας κατάταξης. Άλλα έξι (6) ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια (Θεσσαλίας, Ο.Π.Α., Πολυτεχνείο Κρήτης, Μακεδονίας, Πειραιώς και Γεωπονικό) βρίσκονται στο 10% της παγκόσμιας κατάταξης. Μεταξύ 2011 και 2012, 18 από τα 23 ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια βελτίωσαν τη θέση τους στην παγκόσμια κατάταξη. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, η αύξηση αυτή είναι εντυπωσιακή.

 

 

(Η βελτίωση των ετών 2012 και 2011, αφενός, δεν μπορεί να αποδοθεί στον νέο Νόμο πλαίσιο αφού αυτός δεν είχε ακόμα τεθεί σε ισχύ, αφετέρου πρέπει να τονιστεί ότι η παρατηρούμενη βελτίωση ήρθε υπό εξαιρετικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες μειωμένης χρηματοδότησης).

Το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης δημοσίευσε τα αποτελέσματα βιβλιομετρικής του ανάλυσης, και αυτά στηρίζουν την κατάταξη της Ισπανικής έρευνας. Έτσι, οι ελληνικές δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά φαίνεται να είναι σημαντικές και να αυξάνονται στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά τις αντίξοες συνθήκες χρηματοδότησης. Η απήχηση αυτών των δημοσιεύσεων είναι επίσης μεγάλη, αφού χρησιμοποιούνται με τη σειρά τους και αναφέρονται σε άλλες δημοσιευμένες έρευνες. Ενδεικτικά, την πενταετία 2006-2010, 65,5% των ελληνικών δημοσιεύσεων από δημόσια ανώτατα ιδρύματα απηχούνται ως αναφορές σε άλλες δημοσιεύσεις (κοντά στο ποσοστό της Ε.Ε. – 66,3% - και του Ο.Ο.Σ.Α. – 66,5%). 509 ελληνικές δημοσιεύσεις κατατάχθηκαν παγκοσμίως στο 1% με την υψηλότερη απήχηση, 2.393 στο 5% και ούτω καθεξής. Έτσι, για τις χρονιές 2006-2010, για παράδειγμα το Ε.Κ.Π.Α. είχε 11.311 διεθνείς δημοσιεύσεις, και η απήχησή τους ήταν 58.803 αναφορές, ενώ το Α.Π.Θ. είχε 8.577 διεθνείς δημοσιεύσεις, με απήχηση σε 32.469 αναφορές.

Εκτός από τα δημόσια ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όμως, η ιδιαιτερότητα της κατάταξης των Ισπανών, με την ευρεία ματιά της, εμπεριέχει και τα ιδιωτικά. Αναδεικνύει έτσι την περίεργη σχέση της ελληνικής κοινωνίαςμε το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας της, αφού τα ιδιωτικά ιδρύματα εκπαίδευσης υπάρχουν, γίνονται διακριτά από το εξωτερικό και αξιολογούνται παρά τις συνταγματικές και άλλες απαγορεύσεις. Στη βάση αυτής της αξιολόγησης τεκμηριώνεται η άποψη ότι πρόκειται για δομές εκπαίδευσης χαμηλού επιπέδου και σε κάθε περίπτωση με πολύ χειρότερη κατάταξη σε σχέση με τα δημόσια ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

 

Για να αξιολογήσουμε τι σημαίνει αυτή η ταξινόμηση των δημόσιων ιδρυμάτων, χρειαζόμαστε ορθολογικού τύπου κριτήρια – οι αριθμοί μόνοι τους δεν αρκούν. Ένας πρώτος ενδιαφέρων δείκτης θα ήταν η σύγκριση της θέσης ενός ιδρύματος με την αντίστοιχη θέση της Ελλάδας ως προς το ακαθάριστο εθνικό της προϊόν, στο μέτρο που το Πανεπιστήμιο θεωρείται άμεσα συνδεδεμένο με την αγορά, την ανάπτυξή της και τις ανάγκες της. Με άλλα λόγια, ένα «καλό» Πανεπιστήμιο αντανακλά το κοινωνικό του συγκείμενο και τις ανάγκες (ή την ανάπτυξη) της οικονομίας στο πλαίσιο της οποίας λειτουργεί (Βλέπε πίνακες). Ένας δεύτερος δείκτης είναι η σύγκριση της θέσης ενός ιδρύματος με την κατά κεφαλήν δαπάνη ανά φοιτητή, στο βαθμό που αυτή η σύγκριση μας βοηθά να καταλάβουμε την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε επίπεδο επάρκειας προσωπικού (Βλέπε πίνακες).

 

 

Η λογική της λίστας ταξινόμησης των Πανεπιστημίων και ο χαρακτήρας της

 

Είναι προφανές ότι σε σύγκριση με άλλες λίστες, ιδιαίτερα της Σαγκάης, που είχε μόνο 300 ιδρύματα, η κατάταξη των Ισπανών είναι πιο «ανοικτή», αφού κατατάσσει 20.300 ιδρύματα και ενσωματώνει κείμενα πέραν των συμβατικών περιοδικών. (Ωστόσο και η κατάταξη αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από τα συνήθη προβλήματα. Οι τέσσερεις μηχανές αναζήτησης από τις οποίες αντλεί τα δεδομένα της ευνοούν τα αγγλόφωνα κείμενα και πριμοδοτούν τα αγγλοσαξονικά ιδρύματα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει και τη δεσπόζουσα θέση τους στην κατάταξη).

 

Οι λίστες της Σαγκάης και των "Times" που χρησιμοποιήθηκαν από τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. τα τελευταία δύο χρόνια για να ισχυριστούν μειωμένη απόδοση για τα ελληνικά Πανεπιστήμια, έχουν περισσότερα προβλήματα αξιοπιστίας. Κάποια σημαντικά προβλήματα είναι ότι δεν μετρούν παρά το μέγεθος του ιδρύματος, ότι σε τέτοιου είδους λίστες έχουν προνομιακή μεταχείριση τα αγγλόφωνα ιδρύματα (και οι αγγλόφωνες δημοσιεύσεις των μελών τους), συνεπώς εκείνο που μετριέται δεν είναι η ποιότητα του ιδρύματος αλλά η (δεδομένη) κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας, και ότι ένα ίδρυμα με ιατρική σχολή έχει de facto καλύτερη θέση από ένα άλλο που δεν έχει ιατρική και έχει ανθρωπιστικές σπουδές, για τον απλούστατο λόγο ότι η Ιατρική έχει πολλές δημοσιεύσεις.

 

Η μελέτη του Διαπανεπιστημιακού Δικτύου Πολιτικών Ανώτατης Εκπαίδευσης για τις εκπαιδευτικές δομές στην Ελλάδα οδηγεί σε ανησυχητικά συμπεράσματα για τις πρακτικές κατάταξης των Πανεπιστημίων γενικότερα. Βλέπει ότι είναι κομμάτι γενικότερων πιέσεων που δέχονται χώρες όπως η Ελλάδα, να εναρμονιστούν προς μία οπτική που βλέπει τα πράγματα αυστηρά ποσοτικά, αποδυναμώνοντας περαιτέρω αξίες που δεν μπορούν να μετρηθούν, όπως ήθος, ανθρώπινη κριτική ικανότητα, και τελικά και αξίες που εκφράζουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Η συμβουλή ‘μην εμπιστεύεστε τίποτε που δεν μπορείτε να μετρήσετε’, που ακούμε συχνά, επιτίθεται στην ίδια την ανθρώπινη κριτική ικανότητα, επιβάλλοντας μία «λογικίστικη» ενιαία και γραμμική αξιολόγηση σε ποιοτικά μεγέθη.

 

Η μελέτη διερωτάται κατά πόσο η ιδέα της οικονομικής αξίας της εκπαίδευσης μπορεί να είναι ακόμα ισχύουσα, όταν έχει απορριφθεί στο παρελθόν. Το ότι παραμένει στα ζητούμενα της ‘δημοσιογραφικής και πολιτικής ρητορείας’, δείχνει ότι παραμελείται επικίνδυνα η ιδέα της εκπαίδευσης ως εκπαίδευση νοημόνων πολιτών, που εν τέλει μπορούν με ευθεία κρίση να αποφασίσουν για την αξία και την προσφορά δημόσιων προσώπων και θεσμών.

Τελικά αποφαίνεται η μελέτη, φαίνεται ότι η ενιαία παγκόσμια κατάταξη δεν έχει νόημα. Για να έχει, θα έπρεπε να γίνουν τουλάχιστον τόσες όσες και οι πιθανές κατηγοριοποιήσεις της ποιότητας.

 

Η συμβολή του Πανεπιστημίου στην παγκόσμια κοινότητα δεν κατηγοριοποιείται και δεν μετριέται: είναι καίριο ζητούμενο της δημοκρατίας, και βασίζεται στην ανεξαρτησία των Πανεπιστημίων και από την αγορά και από την πολιτική εξουσία:

‘Η αλήθεια είναι ότι τα πανεπιστήμια δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν αν λείψει αυτό που λέμε ‘απόσταση από το αντικείμενο έρευνας, και αμερόληπτη αναζήτηση της αλήθειας’. Αλλά ακόμη χειρότερα, είναι απίθανο ότι θα επιβιώσει οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία αν εξαφανιστούν αυτοί οι περίεργοι θεσμοί, που η κύρια κοινωνική και πολιτική λειτουργία τους είναι ακριβώς αυτή η αμεροληψία και η ανεξαρτησία από κοινωνικές πιέσεις και πολιτική εξουσία’ (Χάνα Άρεντ, Κίνδυνοι για τη Δημοκρατία (Crises of the Republic) έκδοση του 1972, Νέα Υόρκη: Harcourt Brace Jovanovich, σελ.189).

 

Δείτε επίσης: http://hepnet.upatras.gr, http://metrics.ekt.gr/el/ report02/chapter4, http://www.webometrics.info/




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!