| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |




Το πείσμα που έγινε μέθοδος

Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Δημοσίευση: 01-02-2011 - Στήλη: ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ - Φύλλο:172




 

Κατ’ ανάγκην συζητάμε πολύ τελευταία γι’ «αυτό που είμαστε» και γι’ «αυτό που κάνουμε». Είμαστε λοιπόν ένας λαός οκνηρών και εθελότυφλων; Κάνουμε λάθη και τα επαυξάνουμε αντί να τα διορθώνουμε; Κάνουμε και μερικά σωστά, αλλά λιγότερα απ’ αυτά που μας ζητούν οι περιστάσεις, λιγότερα ακόμη κι απ’ ό,τι μας ζητά η ίδια μας η επιβίωση; Αυτή η συζήτηση έχει γίνει κι άλλες φορές, παλαιότερα, και σχεδόν πάντα αφήνει στο τέλος μια γεύση αδιεξόδου. Όλοι βιάζονται να καυτηριάσουν το «κακό» που κυριαρχεί μέσα μας, με αποτέλεσμα το έγκαυμα να μείνει ανεξίτηλο, να αφήσει ίχνη που δεν θεραπεύονται. Πιστεύουμε τότε ότι είμαστε αδιόρθωτοι επειδή επιμένοντας να καταγγέλλουμε τον εαυτό μας ξεχάσαμε να ψάξουμε τα μέσα για να τον διορθώσουμε. Ας το πούμε λοιπόν ευθέως. Για να σκεφτεί κάποιος στη σημερινή Ελλάδα τις πιθανότητες κάποιας βελτίωσης στις κοινές υποθέσεις μας, θα πρέπει να ξεφύγει από το ζήτημα της «ταυτότητας» και να σταθεί στο ζήτημα της «πράξης». Το τι κάνουμε είναι το καθοριστικό, και όχι το τι είμαστε. Και το τι κάνουμε, σε κοινωνικό επίπεδο, δεν είναι παρά η απόρροια του πώς εργαζόμαστε. Εδώ είναι το κέντρο του σημερινού προβλήματος.

 

Χαράλαμπος Μουτσόπουλος, οδηγεί τον αναγνώστη μέσα από μερικά στριφογυριστά μονοπάτια που καταλήγουν σε διλήμματα: να κλείσω τα μάτια και να κάνω πως δεν βλέπω ή να τα δω όλα και παρ’ όλα αυτά να προχωρήσω; Στις «Μικρές ιστορίες…Μακράς πορείας» εκθέτει στην ουσία τους τρόπους με τους οποίους λειτούργησε ένα είδος προσωπικού πείσματος απέναντι στη φυγοπονία, τον φθόνο και την αθέμιτη συναλλαγή που δέσποζαν γύρω του. Ήταν άραγε κάποιος εκλεκτός και ξεχωριστός που αντιστάθηκε και υψώθηκε πάνω από τους άλλους; Οι ιστορίες του δεν ενδιαφέρονται να ζωγραφίσουν ένα τέτοιο πορτρέτο· δεν πρόκειται, άλλωστε, ούτε καν για αυτοπροσωπογραφία, πρόκειται μάλλον για το χρονικό μιας σειράς από πράξεις.

 

Βλέπουμε έναν καθηγητή της Ιατρικής να παίρνει πρωτοβουλίες, να αιφνιδιάζεται συχνά από την αντίσταση που συναντά, να προσπαθεί να εξηγήσει την αντίσταση αυτή και τελικά να ξαναγυρίζει στην αρχική του απόφαση: παρά τις αντιξοότητες θέλει να οργανώσει την κλινική του, θέλει να εκλέξει τους αξιότερους, θέλει να μη γίνει υποχείριο επιχειρηματικών συμφερόντων. Τι αποκομίζει ο αναγνώστης; Το είπα ήδη: την καταγραφή μιας σύγκρουσης ανάμεσα στο πείσμα και την αδράνεια. Αν νομίσει, όποιος αρχίσει να διαβάζει τις διηγήσεις αυτές, ότι η εν λόγω σύγκρουση είναι μια προσωπική υπόθεση, τελειώνοντας την ανάγνωση θα καταλάβει πως έσφαλλε. Όσα παρακολούθησε στις σελίδες αυτές δεν είναι παρά ένα μέρος μιας ιστορίας που άρχισε από πολύ καιρό, συνεχίζεται ακόμη και αφορά τη μικρή εκείνη κατηγορία των Ελλήνων για τους οποίους η αγάπη για την εργασία τους υπήρξε μια λύτρωση. Όλοι αυτοί συγκεντρώθηκαν πάνω στη δουλειά τους πεπεισμένοι ότι το έργο που θα απέρρεε, θα διαρκούσε περισσότερο από τους ίδιους, κι αυτή η αντοχή στον χρόνο είναι πάντα για τον δημιουργικά εργαζόμενο ένα βάλσαμο, ενώ για τους αντιπάλους του ένα φαρμάκι.

 

Εκεί έγκειται και η αξία της εξιστόρησής του. Στο ότι μέσα από τις αναποδιές και τις πικρίες τις οποίες περιγράφει, είναι δυνατόν να διακρίνουμε το πώς διασώζεται μια συνείδηση.


Βάλσαμο και φαρμάκια. Μήπως βρισκόμαστε λοιπόν σε μια κοινωνία που μόνο μέσω της παθολογίας θα μπορούσε να αναλυθεί; Διαβάζουμε για τρικλοποδιές, για παγίδες που στήνονται από επαγγελματίες βυσσοδόμους, για συκοφαντίες που διαχέονται επιμελώς. Ακόμη κι αν ονομάζονταν αρρώστιες αυτά τα φαινόμενα –τα τόσο γνωστά– η αντιμετώπισή τους δεν θα μπορούσε να έχει τα χαρακτηριστικά μιας ιατρικής επέμβασης, μιας «εξυγιαντικής» δράσης. Κάθε είδους ιατρική ανήκει στο σχετικό κι εδώ,στην περίπτωση του Μουτσόπουλου, δεν έχουμε να κάνουμε με το σχετικό, αλλά με κάτι που τείνει προς το απόλυτο. Μια μορφή απόλυτου είναι το πείσμα. Και κυρίως μ’ αυτό, όπως βλέπουμε στο βιβλίο, αντικρούεται η υπονόμευση, η δολοπλοκία, η ανευθυνότητα. Το πείσμα δεν είναι πάθος, δεν είναι ψυχική ροπή, είναι η όξυνση της θέλησης. Με άλλα λόγια, αποτελεί ηθική επιλογή, και μάλιστα συμβατή με την περίσκεψη και τη μέθοδο. Χάρη σ’ αυτόν τον συνδυασμό ηπειρώτικης θεληματικότητας και αμερικανικής (λόγω σπουδών) αυτο-εμψύχωσης (ας θυμηθούμε εδώ τον Έμερσον ή τον Θόροου), αυτός ο γιατρός που εμποδίζεται σε χίλια δυο, καταφέρνει να δει το εμπόδιο περισσότερο σαν πρόκληση παρά σαν μοίρα. Βρίσκεται στο απόλυτο ως πολίτης και στο σχετικό ως γιατρός. Εκεί έγκειται και η αξία της εξιστόρησής του. Στο ότι μέσα από τις αναποδιές και τις πικρίες τις οποίες περιγράφει, είναι δυνατόν να διακρίνουμε το πώς διασώζεται μια συνείδηση. Και να πιστέψουμε ότι αυτό δεν αληθεύει για έναν άνθρωπο μόνο, έναν καθηγητή, έναν γιατρό. Αληθεύει και για κάμποσους άλλους, αφανείς αυτούς, που με τη δουλειά τους μετασχηματίζουν ταυτόχρονα τον εαυτό τους και τη χώρα τους «εις πείσμα» των καιρών και της ίδιας τους της αμφιβολίας.




 
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ!
Ονοματεπώνυμο:
Email:
Ιστοσελίδα:
Σχόλιο:
Κωδικός [όπως εμφανίζεται - Νέα εικόνα]:
Επιλογή για νέα εικόνα
 



Οδηγός για τους πρωτοετείς φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών

Έντυπη μορφή - PDF FORMAT


Το σκίτσο του φύλλου 197
Γίνε Εθελοντής!